Η κλιματική κρίση δεν αναγνωρίζει κομματικές γραμμές, διοικητικά σύνορα ή εκλογικούς κύκλους. Δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακή διαχείριση, αλλά...
Γράφει ο Μενέλαος Μαλτέζος
Η χώρα περνά τις δυσκολότερες ημέρες του νέου κύματος καύσωνα, με θερμοκρασίες που σε ορισμένες περιοχές μπορεί να φτάσουν τους 43 βαθμούς και με μεγάλο μέρος της Ελλάδας σε υψηλό κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιών. Κάθε τέτοιο κύμα αποτελεί δοκιμασία αντοχής για τη χώρα, τις δημόσιες υποδομές και το σύστημα πολιτικής προστασίας.
Η ακραία ζέστη δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο καιρικό φαινόμενο. Είναι σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι καύσωνες συνδέονται με χιλιάδες πρόωρους θανάτους, κυρίως ηλικιωμένων, χρονίως πασχόντων, ανθρώπων που ζουν μόνοι και εργαζομένων που εκτίθενται για πολλές ώρες σε υψηλές θερμοκρασίες.
Η κλιματική κρίση δεν πλήττει όλους το ίδιο. Είναι και ζήτημα κοινωνικών ανισοτήτων. Άλλο να διαθέτεις κατάλληλη κατοικία, οικονομική δυνατότητα ψύξης και πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και άλλο να ζεις σε θερμικά επιβαρυμένο σπίτι ή να εργάζεσαι στον δρόμο, στην οικοδομή, στο χωράφι ή σε χώρο χωρίς επαρκή προστασία.
Οι συστάσεις προς τις ευάλωτες ομάδες είναι αναγκαίες. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν μια οργανωμένη δημόσια πολιτική πρόληψης και προστασίας.
Η επιστημονική έρευνα καταρρίπτει απλουστεύσεις για την προσαρμογή των πόλεων. Η θερμική καταπόνηση δεν εξαρτάται μόνο από τη θερμοκρασία του αέρα, αλλά και από την υγρασία, τον άνεμο και κυρίως από την ακτινοβολία που δέχεται το ανθρώπινο σώμα.
Το πράσινο είναι απαραίτητο, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια. Ένα πάρκο δεν ψύχει αυτομάτως μια ολόκληρη συνοικία. Τα δέντρα προσφέρουν κυρίως σκίαση, τα πράσινα δώματα ωφελούν περισσότερο το ίδιο το κτίριο, ενώ ακόμη και τα ανακλαστικά υλικά, αν εφαρμοστούν χωρίς επιστημονικό σχεδιασμό, μπορεί να αυξήσουν την ακτινοβολία προς τους πεζούς.
Δεν υπάρχει ένα «μαγικό» μέτρο. Η κλιματική προσαρμογή απαιτεί συνδυασμένες και τοπικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις: σκίαση δρόμων, πλατειών, σχολείων και στάσεων, προστασία ώριμων δέντρων, κατάλληλη φύτευση, φυσικό αερισμό, ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και δημόσιων κτιρίων, κλιματιζόμενους δημόσιους χώρους και οργανωμένη υποστήριξη των ευάλωτων πολιτών. Χρειάζονται ολοκληρωμένα τοπικά σχέδια ανθεκτικότητας και σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και αυτοδιοίκησης.
Η πρόληψη των πυρκαγιών πρέπει επίσης να προηγείται. Όχι ως γενική και ασαφής έννοια, πίσω από την οποία μπορεί να ενταχθεί κάθε εργολαβία ή προμήθεια, αλλά ως σύνολο εξειδικευμένων και ιεραρχημένων δράσεων με μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Κρίσιμη παράμετρος είναι η διαχείριση της καύσιμης ύλης: χαρτογράφηση επικίνδυνων περιοχών, κατάλληλες δασοκομικές παρεμβάσεις, καθαρισμοί, συντήρηση αντιπυρικών ζωνών και δασικών δρόμων, οργανωμένη βόσκηση, προστασία περιαστικών ζωνών και ενίσχυση των δασικών υπηρεσιών. Δεν έχουν όλες οι παρεμβάσεις την ίδια αξία. Πρέπει να αξιολογούνται με βάση το αν μειώνουν πραγματικά τον κίνδυνο, την ένταση και την ταχύτητα εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς.
Σε αυτή την κατεύθυνση, το πόρισμα Goldammer, που παραδόθηκε το 2019, πρότεινε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης πυρκαγιών δασών και υπαίθρου, με ενιαίο σχεδιασμό, σύνδεση της δασικής διαχείρισης με την πολιτική προστασία, συνεργασία των υπηρεσιών και ισορροπημένη κατανομή πόρων μεταξύ πρόληψης και καταστολής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υιοθέτησε επιμέρους παρεμβάσεις, αλλά δεν αξιοποίησε το πόρισμα ως ενιαίο, δεσμευτικό και διαρκώς αξιολογούμενο σχέδιο δημόσιας πολιτικής.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το αποτύπωμα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο που έφερε την ανθεκτικότητα ακόμη και στον τίτλο του δεν μετουσιώθηκε σε ένα συνεκτικό και ορατό δίκτυο προστασίας της κοινωνίας. Κρίσιμες υποδομές διοίκησης, επικοινωνιών, εκπαίδευσης και περιφερειακού επιχειρησιακού συντονισμού είτε καθυστέρησαν είτε δεν απέκτησαν την απαιτούμενη ωριμότητα. Έτσι, χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία να ενισχυθεί μόνιμα η ικανότητα του κράτους να προβλέπει, να συντονίζει και να ανταποκρίνεται.
Η πρόληψη, όμως, δεν καταργεί την ανάγκη αποτελεσματικής καταστολής. Όταν η φωτιά εκδηλωθεί, απαιτούνται έγκαιρη ανίχνευση, άμεση πρώτη επέμβαση, επαρκείς επίγειες δυνάμεις, κατάλληλα εναέρια μέσα, σαφής διοίκηση συμβάντος και πραγματικός συντονισμός στο πεδίο. Πρόληψη και καταστολή αποτελούν συμπληρωματικούς πυλώνες ενός ενιαίου συστήματος διαχείρισης κινδύνου.
Σε αυτή την πραγματικότητα είναι αδιανόητο να συνεχίζεται η εργασιακή ομηρία των εποχικών πυροσβεστών. Χωρίς σταθερό, εκπαιδευμένο και αξιοπρεπώς αμειβόμενο προσωπικό, κανένα σχέδιο δεν μπορεί να είναι πραγματικά αξιόπιστο.
Η προστασία από τον καύσωνα, τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες και τα υπόλοιπα ακραία φαινόμενα είναι δημόσιο αγαθό και υποχρέωση της οργανωμένης Πολιτείας.
Χρειαζόμαστε ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο κλιματικής προσαρμογής και διαχείρισης κινδύνου, με σαφείς στόχους, σταθερή χρηματοδότηση, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Απαιτείται θεσμική συνέχεια ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, μόνιμος διακομματικός μηχανισμός παρακολούθησης στη Βουλή, κοινωνικός έλεγχος και δημόσια λογοδοσία.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι κοινωνικά ουδέτερη. Οι κοινωνικές τάξεις δεν εκτίθενται με τον ίδιο τρόπο ούτε διαθέτουν τα ίδια μέσα προστασίας και αποκατάστασης. Οι δημόσιοι πόροι πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στους περισσότερο ευάλωτους ανθρώπους και στις περισσότερο εκτεθειμένες περιοχές.
Η κλιματική κρίση δεν αναγνωρίζει κομματικές γραμμές, διοικητικά σύνορα ή εκλογικούς κύκλους. Δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακή διαχείριση της καταστροφής, αλλά με επιστήμη, πρόληψη, αποτελεσματική καταστολή, κοινωνική προστασία, ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, θεσμική συνέχεια και πολιτική ευθύνη.
Μενέλαος Μαλτέζος
Οικονομολόγος - πρώην Βουλευτής Έβρου
[post_ads]
Η χώρα περνά τις δυσκολότερες ημέρες του νέου κύματος καύσωνα, με θερμοκρασίες που σε ορισμένες περιοχές μπορεί να φτάσουν τους 43 βαθμούς και με μεγάλο μέρος της Ελλάδας σε υψηλό κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιών. Κάθε τέτοιο κύμα αποτελεί δοκιμασία αντοχής για τη χώρα, τις δημόσιες υποδομές και το σύστημα πολιτικής προστασίας.
Η ακραία ζέστη δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο καιρικό φαινόμενο. Είναι σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι καύσωνες συνδέονται με χιλιάδες πρόωρους θανάτους, κυρίως ηλικιωμένων, χρονίως πασχόντων, ανθρώπων που ζουν μόνοι και εργαζομένων που εκτίθενται για πολλές ώρες σε υψηλές θερμοκρασίες.
Η κλιματική κρίση δεν πλήττει όλους το ίδιο. Είναι και ζήτημα κοινωνικών ανισοτήτων. Άλλο να διαθέτεις κατάλληλη κατοικία, οικονομική δυνατότητα ψύξης και πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και άλλο να ζεις σε θερμικά επιβαρυμένο σπίτι ή να εργάζεσαι στον δρόμο, στην οικοδομή, στο χωράφι ή σε χώρο χωρίς επαρκή προστασία.
Οι συστάσεις προς τις ευάλωτες ομάδες είναι αναγκαίες. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν μια οργανωμένη δημόσια πολιτική πρόληψης και προστασίας.
Η επιστημονική έρευνα καταρρίπτει απλουστεύσεις για την προσαρμογή των πόλεων. Η θερμική καταπόνηση δεν εξαρτάται μόνο από τη θερμοκρασία του αέρα, αλλά και από την υγρασία, τον άνεμο και κυρίως από την ακτινοβολία που δέχεται το ανθρώπινο σώμα.
Το πράσινο είναι απαραίτητο, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια. Ένα πάρκο δεν ψύχει αυτομάτως μια ολόκληρη συνοικία. Τα δέντρα προσφέρουν κυρίως σκίαση, τα πράσινα δώματα ωφελούν περισσότερο το ίδιο το κτίριο, ενώ ακόμη και τα ανακλαστικά υλικά, αν εφαρμοστούν χωρίς επιστημονικό σχεδιασμό, μπορεί να αυξήσουν την ακτινοβολία προς τους πεζούς.
Δεν υπάρχει ένα «μαγικό» μέτρο. Η κλιματική προσαρμογή απαιτεί συνδυασμένες και τοπικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις: σκίαση δρόμων, πλατειών, σχολείων και στάσεων, προστασία ώριμων δέντρων, κατάλληλη φύτευση, φυσικό αερισμό, ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και δημόσιων κτιρίων, κλιματιζόμενους δημόσιους χώρους και οργανωμένη υποστήριξη των ευάλωτων πολιτών. Χρειάζονται ολοκληρωμένα τοπικά σχέδια ανθεκτικότητας και σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και αυτοδιοίκησης.
Η πρόληψη των πυρκαγιών πρέπει επίσης να προηγείται. Όχι ως γενική και ασαφής έννοια, πίσω από την οποία μπορεί να ενταχθεί κάθε εργολαβία ή προμήθεια, αλλά ως σύνολο εξειδικευμένων και ιεραρχημένων δράσεων με μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Κρίσιμη παράμετρος είναι η διαχείριση της καύσιμης ύλης: χαρτογράφηση επικίνδυνων περιοχών, κατάλληλες δασοκομικές παρεμβάσεις, καθαρισμοί, συντήρηση αντιπυρικών ζωνών και δασικών δρόμων, οργανωμένη βόσκηση, προστασία περιαστικών ζωνών και ενίσχυση των δασικών υπηρεσιών. Δεν έχουν όλες οι παρεμβάσεις την ίδια αξία. Πρέπει να αξιολογούνται με βάση το αν μειώνουν πραγματικά τον κίνδυνο, την ένταση και την ταχύτητα εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς.
Σε αυτή την κατεύθυνση, το πόρισμα Goldammer, που παραδόθηκε το 2019, πρότεινε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης πυρκαγιών δασών και υπαίθρου, με ενιαίο σχεδιασμό, σύνδεση της δασικής διαχείρισης με την πολιτική προστασία, συνεργασία των υπηρεσιών και ισορροπημένη κατανομή πόρων μεταξύ πρόληψης και καταστολής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υιοθέτησε επιμέρους παρεμβάσεις, αλλά δεν αξιοποίησε το πόρισμα ως ενιαίο, δεσμευτικό και διαρκώς αξιολογούμενο σχέδιο δημόσιας πολιτικής.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το αποτύπωμα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο που έφερε την ανθεκτικότητα ακόμη και στον τίτλο του δεν μετουσιώθηκε σε ένα συνεκτικό και ορατό δίκτυο προστασίας της κοινωνίας. Κρίσιμες υποδομές διοίκησης, επικοινωνιών, εκπαίδευσης και περιφερειακού επιχειρησιακού συντονισμού είτε καθυστέρησαν είτε δεν απέκτησαν την απαιτούμενη ωριμότητα. Έτσι, χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία να ενισχυθεί μόνιμα η ικανότητα του κράτους να προβλέπει, να συντονίζει και να ανταποκρίνεται.
Η πρόληψη, όμως, δεν καταργεί την ανάγκη αποτελεσματικής καταστολής. Όταν η φωτιά εκδηλωθεί, απαιτούνται έγκαιρη ανίχνευση, άμεση πρώτη επέμβαση, επαρκείς επίγειες δυνάμεις, κατάλληλα εναέρια μέσα, σαφής διοίκηση συμβάντος και πραγματικός συντονισμός στο πεδίο. Πρόληψη και καταστολή αποτελούν συμπληρωματικούς πυλώνες ενός ενιαίου συστήματος διαχείρισης κινδύνου.
Σε αυτή την πραγματικότητα είναι αδιανόητο να συνεχίζεται η εργασιακή ομηρία των εποχικών πυροσβεστών. Χωρίς σταθερό, εκπαιδευμένο και αξιοπρεπώς αμειβόμενο προσωπικό, κανένα σχέδιο δεν μπορεί να είναι πραγματικά αξιόπιστο.
Η προστασία από τον καύσωνα, τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες και τα υπόλοιπα ακραία φαινόμενα είναι δημόσιο αγαθό και υποχρέωση της οργανωμένης Πολιτείας.
Χρειαζόμαστε ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο κλιματικής προσαρμογής και διαχείρισης κινδύνου, με σαφείς στόχους, σταθερή χρηματοδότηση, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Απαιτείται θεσμική συνέχεια ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, μόνιμος διακομματικός μηχανισμός παρακολούθησης στη Βουλή, κοινωνικός έλεγχος και δημόσια λογοδοσία.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι κοινωνικά ουδέτερη. Οι κοινωνικές τάξεις δεν εκτίθενται με τον ίδιο τρόπο ούτε διαθέτουν τα ίδια μέσα προστασίας και αποκατάστασης. Οι δημόσιοι πόροι πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στους περισσότερο ευάλωτους ανθρώπους και στις περισσότερο εκτεθειμένες περιοχές.
Η κλιματική κρίση δεν αναγνωρίζει κομματικές γραμμές, διοικητικά σύνορα ή εκλογικούς κύκλους. Δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακή διαχείριση της καταστροφής, αλλά με επιστήμη, πρόληψη, αποτελεσματική καταστολή, κοινωνική προστασία, ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, θεσμική συνέχεια και πολιτική ευθύνη.
Μενέλαος Μαλτέζος
Οικονομολόγος - πρώην Βουλευτής Έβρου
[post_ads]











ΣΧΟΛΙΑ