Η κυβέρνηση δεν επιστρέφει μόνο λίγα στην κοινωνία· αποδεικνύει ταυτόχρονα ότι δεν διαθέτει σχέδιο για το μέλλον της οικονομίας.
του Μενέλαου Μαλτέζου
Η αλήθεια είναι πιο σκληρή από την κυβερνητική προπαγάνδα. Η επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Το ίδιο το Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2026-2029 της κυβέρνησης προέβλεπε ότι μετά το 2,4% του 2026, η ανάπτυξη θα υποχωρήσει στο 1,7% το 2027, στο 1,6% το 2028 και στο 1,3% το 2029, με πληθωρισμό γύρω στο 2,2% - 2,3% στα επόμενα χρόνια. Και πάνω σε αυτή την ήδη φθίνουσα τροχιά ήρθε να προστεθεί η αναίτια και μη νόμιμη αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, με νέες πληθωριστικές πιέσεις, άνοδο τιμών και μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το μεγάλο κυβερνητικό καμάρι είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα. Όμως οι αριθμοί έχουν πολιτικό περιεχόμενο. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει πρωτογενές πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 4,399 δισ. ευρώ το 2023, 11,414 δισ. ευρώ το 2024 και 12,131 δισ. ευρώ το 2025, δηλαδή 2,0%, 4,8% και 4,9% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Και για το 2025 η ίδια η κυβέρνηση είχε εγγράψει στόχο 3,7% του ΑΕΠ. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για μια συγκυριακή υπέρβαση. Μιλάμε για συστηματική παραγωγή υπερπλεονασμάτων, πολύ πάνω από τον αρχικό σχεδιασμό.
Από πού προήλθε αυτή η υπεραπόδοση; Όχι από κάποιο αναπτυξιακό θαύμα που μοιράστηκε δίκαια στην κοινωνία. Το 2025 τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης έφτασαν τα 124,165 δισ. ευρώ και οι δαπάνες τα 119,875 δισ. ευρώ. Στον κρατικό προϋπολογισμό, τα φορολογικά έσοδα έφτασαν τα 71,909 δισ. ευρώ, με τον ΦΠΑ στα 27,775 δισ. ευρώ, τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα 7,438 δισ. ευρώ και τους φόρους εισοδήματος στα 26,542 δισ. ευρώ. Την ίδια ώρα, το Υπουργείο Οικονομικών αναγνώρισε ότι οι δαπάνες ήταν 3,482 δισ. ευρώ κάτω από τον στόχο, κυρίως λόγω υποεκτέλεσης και ετεροχρονισμού πληρωμών. Άρα το πλεόνασμα δεν είναι μυστήριο. Είναι προϊόν υπερείσπραξης και συγκράτησης δαπανών.
Και έρχεται τώρα η κυβέρνηση να παρουσιάσει ως κοινωνική στήριξη μια περιορισμένη δέσμη μέτρων. Η ίδια αναφέρει ότι είχε ήδη διαθέσει 300 εκατ. ευρώ για παρεμβάσεις στην ενεργειακή κρίση και ότι στις 22 Απριλίου επέστρεψε περίπου 500 εκατ. ευρώ ακόμη με τα οκτώ μέτρα που ανακοίνωσε. Ακόμη κι αν αθροίσει κανείς και τα δύο ποσά, πρόκειται για 800 εκατ. ευρώ απέναντι σε πρωτογενές πλεόνασμα 12,131 δισ. ευρώ. Δηλαδή επιστρέφεται περίπου το 6,6% του πρωτογενούς πλεονάσματος. Με απλή αριθμητική: λιγότερο από 1 ευρώ για κάθε 15 ευρώ που παρήχθησαν.
Το ίδιο μοτίβο αδικίας φαίνεται και στη φορολογία εισοδήματος. Η πολιτική επιλογή είναι κυβερνητική: η φορολογική κλίμακα μένει ονομαστικά ίδια, ενώ η οικονομία συνεχίζει να λειτουργεί υπό θετικό πληθωρισμό. Στην πράξη, αυτό σημαίνει σιωπηρή φορολογική διάβρωση. Όχι επειδή αυξάνονται οι συντελεστές, αλλά επειδή ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των ονομαστικών εισοδημάτων φορολογείται χωρίς αντίστοιχη προστασία της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Αντίστοιχα άδικη είναι και η μεταχείριση των μικρών επαγγελματιών. Το ισχύον πλαίσιο του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος για τις ατομικές επιχειρήσεις σημαίνει, πολύ απλά, ότι το κράτος δεν αρκείται να φορολογεί ό,τι πραγματικά δηλώνεται, αλλά φορολογεί και αυτό που θεωρεί ότι ο επαγγελματίας «πρέπει» να έχει κερδίσει. Αυτή η λογική δεν χτυπά τους ισχυρούς. Χτυπά τον μικρό αυτοαπασχολούμενο, την ατομική επιχείρηση, τον επαγγελματία που παλεύει σε μια αγορά ασφυκτική και άνιση.
Η πιο κραυγαλέα, όμως, υποκρισία αφορά τους συνταξιούχους και συνολικά τη λογική της κοινωνικής πολιτικής. Μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και τη ρύθμιση του χρέους, είχε αρχίσει να ανοίγει ο δρόμος για μόνιμα μέτρα ανακούφισης της κοινωνίας. Σε αυτή τη λογική ανήκαν η 13η σύνταξη, οι 120 δόσεις και οι πιο στοχευμένες ελαφρύνσεις στον ΕΝΦΙΑ για τις μικρότερες περιουσίες. Το πολιτικό τους νόημα ήταν σαφές: ο δημοσιονομικός χώρος να επιστρέφει στην κοινωνία με σταθερά μέτρα και όχι μόνο με προσωρινές ενισχύσεις. Σήμερα, αντί για μια τέτοια μόνιμη λογική στήριξης, η κυβέρνηση εμφανίζει ως υποκατάστατο μια μικρή ετήσια ενίσχυση και τη βαφτίζει κοινωνική πολιτική. Όμως άλλο πράγμα ένα μόνιμο μέτρο αναδιανομής και άλλο ένα ετήσιο βοήθημα διαχειριστικού χαρακτήρα.
Αυτό είναι το πραγματικό κλειδί για να διαβαστούν σωστά τα νέα μέτρα. Ναι, περιλαμβάνουν ρυθμίσεις οφειλών, διεύρυνση του εξωδικαστικού, άρση κατάσχεσης λογαριασμού υπό όρους, μεγαλύτερη ενίσχυση στους συνταξιούχους, διεύρυνση της επιστροφής ενοικίου, 150 ευρώ ανά εξαρτώμενο τέκνο, παράταση της επιδότησης στο ντίζελ και συνέχιση της στήριξης στα λιπάσματα. Όμως παραμένουν αποσπασματικές παρεμβάσεις, αυστηρά κατώτερες από το μέγεθος του δημοσιονομικού αποτελέσματος που ήδη έχει παραχθεί. Δεν αναιρούν το πρόβλημα. Το επιβεβαιώνουν.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη που λείπει εντελώς από αυτά τα μέτρα: η αναπτυξιακή διάσταση. Δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πρόβλεψη για παραγωγικές επενδύσεις, για καινοτομία, για ενίσχυση της μικρής παραγωγικής βάσης, για καλύτερα αμειβόμενες και σταθερές θέσεις εργασίας. Δηλαδή, η κυβέρνηση δεν επιστρέφει μόνο λίγα στην κοινωνία· αποδεικνύει ταυτόχρονα ότι δεν διαθέτει σχέδιο για το μέλλον της οικονομίας.
Γι' αυτό αυτό που βλέπουμε δεν είναι αστοχία πολιτικής. Είναι συνειδητή πολιτική επιλογή.
Πρώτα υπερπλεονάσματα και πρόωρες αποπληρωμές φθηνών δανείων, για να καθησυχαστούν αγορές, πιστοληπτικές αξιολογήσεις και ευρωπαϊκοί κανόνες, ακόμη κι όταν αυτή η επιλογή δεν ταυτίζεται με τις άμεσες κοινωνικές ανάγκες.
Μετά περιορισμένες παροχές που απλώς διαχειρίζονται τη δυσαρέσκεια.
Και στο τέλος προπαγάνδα περί «δίκαιης ανάπτυξης»... Μόνο που δίκαιη ανάπτυξη δεν είναι να γεμίζεις τα δημόσια ταμεία με ΦΠΑ, ΕΦΚ, μη τιμαριθμοποιημένη κλίμακα, τεκμαρτή επιβάρυνση μικρών επαγγελματιών και κατάργηση μόνιμων κοινωνικών παροχών, για να επιστρέψεις στη συνέχεια ψίχουλα.
Δίκαιη πολιτική σημαίνει να μειώνεις το βάρος στα βασικά αγαθά, να προστατεύεις την πραγματική αξία του εισοδήματος από τον πληθωρισμό, να σταματάς να φορολογείς ανύπαρκτα κέρδη, να στηρίζεις μόνιμα όσους σήκωσαν τη χώρα στα δύσκολα και να επενδύεις σε ένα παραγωγικό μέλλον που κρατά πλούτο και ανθρώπους στον τόπο τους.
Γιατί αλλιώς, τα πλεονάσματα θα συνεχίσουν να είναι το καμάρι της κυβέρνησης και η ασφυξία της ελληνικής κοινωνίας.
Μενέλαος Μαλτέζος
Οικονομολόγος
πρώην Βουλευτής Έβρου
[post_ads]
Η αλήθεια είναι πιο σκληρή από την κυβερνητική προπαγάνδα. Η επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Το ίδιο το Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2026-2029 της κυβέρνησης προέβλεπε ότι μετά το 2,4% του 2026, η ανάπτυξη θα υποχωρήσει στο 1,7% το 2027, στο 1,6% το 2028 και στο 1,3% το 2029, με πληθωρισμό γύρω στο 2,2% - 2,3% στα επόμενα χρόνια. Και πάνω σε αυτή την ήδη φθίνουσα τροχιά ήρθε να προστεθεί η αναίτια και μη νόμιμη αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, με νέες πληθωριστικές πιέσεις, άνοδο τιμών και μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το μεγάλο κυβερνητικό καμάρι είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα. Όμως οι αριθμοί έχουν πολιτικό περιεχόμενο. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει πρωτογενές πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 4,399 δισ. ευρώ το 2023, 11,414 δισ. ευρώ το 2024 και 12,131 δισ. ευρώ το 2025, δηλαδή 2,0%, 4,8% και 4,9% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Και για το 2025 η ίδια η κυβέρνηση είχε εγγράψει στόχο 3,7% του ΑΕΠ. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για μια συγκυριακή υπέρβαση. Μιλάμε για συστηματική παραγωγή υπερπλεονασμάτων, πολύ πάνω από τον αρχικό σχεδιασμό.
Από πού προήλθε αυτή η υπεραπόδοση; Όχι από κάποιο αναπτυξιακό θαύμα που μοιράστηκε δίκαια στην κοινωνία. Το 2025 τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης έφτασαν τα 124,165 δισ. ευρώ και οι δαπάνες τα 119,875 δισ. ευρώ. Στον κρατικό προϋπολογισμό, τα φορολογικά έσοδα έφτασαν τα 71,909 δισ. ευρώ, με τον ΦΠΑ στα 27,775 δισ. ευρώ, τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα 7,438 δισ. ευρώ και τους φόρους εισοδήματος στα 26,542 δισ. ευρώ. Την ίδια ώρα, το Υπουργείο Οικονομικών αναγνώρισε ότι οι δαπάνες ήταν 3,482 δισ. ευρώ κάτω από τον στόχο, κυρίως λόγω υποεκτέλεσης και ετεροχρονισμού πληρωμών. Άρα το πλεόνασμα δεν είναι μυστήριο. Είναι προϊόν υπερείσπραξης και συγκράτησης δαπανών.
Και έρχεται τώρα η κυβέρνηση να παρουσιάσει ως κοινωνική στήριξη μια περιορισμένη δέσμη μέτρων. Η ίδια αναφέρει ότι είχε ήδη διαθέσει 300 εκατ. ευρώ για παρεμβάσεις στην ενεργειακή κρίση και ότι στις 22 Απριλίου επέστρεψε περίπου 500 εκατ. ευρώ ακόμη με τα οκτώ μέτρα που ανακοίνωσε. Ακόμη κι αν αθροίσει κανείς και τα δύο ποσά, πρόκειται για 800 εκατ. ευρώ απέναντι σε πρωτογενές πλεόνασμα 12,131 δισ. ευρώ. Δηλαδή επιστρέφεται περίπου το 6,6% του πρωτογενούς πλεονάσματος. Με απλή αριθμητική: λιγότερο από 1 ευρώ για κάθε 15 ευρώ που παρήχθησαν.
Το ίδιο μοτίβο αδικίας φαίνεται και στη φορολογία εισοδήματος. Η πολιτική επιλογή είναι κυβερνητική: η φορολογική κλίμακα μένει ονομαστικά ίδια, ενώ η οικονομία συνεχίζει να λειτουργεί υπό θετικό πληθωρισμό. Στην πράξη, αυτό σημαίνει σιωπηρή φορολογική διάβρωση. Όχι επειδή αυξάνονται οι συντελεστές, αλλά επειδή ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των ονομαστικών εισοδημάτων φορολογείται χωρίς αντίστοιχη προστασία της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Αντίστοιχα άδικη είναι και η μεταχείριση των μικρών επαγγελματιών. Το ισχύον πλαίσιο του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος για τις ατομικές επιχειρήσεις σημαίνει, πολύ απλά, ότι το κράτος δεν αρκείται να φορολογεί ό,τι πραγματικά δηλώνεται, αλλά φορολογεί και αυτό που θεωρεί ότι ο επαγγελματίας «πρέπει» να έχει κερδίσει. Αυτή η λογική δεν χτυπά τους ισχυρούς. Χτυπά τον μικρό αυτοαπασχολούμενο, την ατομική επιχείρηση, τον επαγγελματία που παλεύει σε μια αγορά ασφυκτική και άνιση.
Η πιο κραυγαλέα, όμως, υποκρισία αφορά τους συνταξιούχους και συνολικά τη λογική της κοινωνικής πολιτικής. Μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και τη ρύθμιση του χρέους, είχε αρχίσει να ανοίγει ο δρόμος για μόνιμα μέτρα ανακούφισης της κοινωνίας. Σε αυτή τη λογική ανήκαν η 13η σύνταξη, οι 120 δόσεις και οι πιο στοχευμένες ελαφρύνσεις στον ΕΝΦΙΑ για τις μικρότερες περιουσίες. Το πολιτικό τους νόημα ήταν σαφές: ο δημοσιονομικός χώρος να επιστρέφει στην κοινωνία με σταθερά μέτρα και όχι μόνο με προσωρινές ενισχύσεις. Σήμερα, αντί για μια τέτοια μόνιμη λογική στήριξης, η κυβέρνηση εμφανίζει ως υποκατάστατο μια μικρή ετήσια ενίσχυση και τη βαφτίζει κοινωνική πολιτική. Όμως άλλο πράγμα ένα μόνιμο μέτρο αναδιανομής και άλλο ένα ετήσιο βοήθημα διαχειριστικού χαρακτήρα.
Αυτό είναι το πραγματικό κλειδί για να διαβαστούν σωστά τα νέα μέτρα. Ναι, περιλαμβάνουν ρυθμίσεις οφειλών, διεύρυνση του εξωδικαστικού, άρση κατάσχεσης λογαριασμού υπό όρους, μεγαλύτερη ενίσχυση στους συνταξιούχους, διεύρυνση της επιστροφής ενοικίου, 150 ευρώ ανά εξαρτώμενο τέκνο, παράταση της επιδότησης στο ντίζελ και συνέχιση της στήριξης στα λιπάσματα. Όμως παραμένουν αποσπασματικές παρεμβάσεις, αυστηρά κατώτερες από το μέγεθος του δημοσιονομικού αποτελέσματος που ήδη έχει παραχθεί. Δεν αναιρούν το πρόβλημα. Το επιβεβαιώνουν.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη που λείπει εντελώς από αυτά τα μέτρα: η αναπτυξιακή διάσταση. Δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πρόβλεψη για παραγωγικές επενδύσεις, για καινοτομία, για ενίσχυση της μικρής παραγωγικής βάσης, για καλύτερα αμειβόμενες και σταθερές θέσεις εργασίας. Δηλαδή, η κυβέρνηση δεν επιστρέφει μόνο λίγα στην κοινωνία· αποδεικνύει ταυτόχρονα ότι δεν διαθέτει σχέδιο για το μέλλον της οικονομίας.
Γι' αυτό αυτό που βλέπουμε δεν είναι αστοχία πολιτικής. Είναι συνειδητή πολιτική επιλογή.
Πρώτα υπερπλεονάσματα και πρόωρες αποπληρωμές φθηνών δανείων, για να καθησυχαστούν αγορές, πιστοληπτικές αξιολογήσεις και ευρωπαϊκοί κανόνες, ακόμη κι όταν αυτή η επιλογή δεν ταυτίζεται με τις άμεσες κοινωνικές ανάγκες.
Μετά περιορισμένες παροχές που απλώς διαχειρίζονται τη δυσαρέσκεια.
Και στο τέλος προπαγάνδα περί «δίκαιης ανάπτυξης»... Μόνο που δίκαιη ανάπτυξη δεν είναι να γεμίζεις τα δημόσια ταμεία με ΦΠΑ, ΕΦΚ, μη τιμαριθμοποιημένη κλίμακα, τεκμαρτή επιβάρυνση μικρών επαγγελματιών και κατάργηση μόνιμων κοινωνικών παροχών, για να επιστρέψεις στη συνέχεια ψίχουλα.
Δίκαιη πολιτική σημαίνει να μειώνεις το βάρος στα βασικά αγαθά, να προστατεύεις την πραγματική αξία του εισοδήματος από τον πληθωρισμό, να σταματάς να φορολογείς ανύπαρκτα κέρδη, να στηρίζεις μόνιμα όσους σήκωσαν τη χώρα στα δύσκολα και να επενδύεις σε ένα παραγωγικό μέλλον που κρατά πλούτο και ανθρώπους στον τόπο τους.
Γιατί αλλιώς, τα πλεονάσματα θα συνεχίσουν να είναι το καμάρι της κυβέρνησης και η ασφυξία της ελληνικής κοινωνίας.
Μενέλαος Μαλτέζος
Οικονομολόγος
πρώην Βουλευτής Έβρου
[post_ads]









ΣΧΟΛΙΑ