Η πραγματική οικονομική σύγκλιση δεν μετριέται από το ΑΕΠ ή τις αξιολογήσεις αλλά από το αν οι πολίτες μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς από το εισόδημά τους
Γράφει ο Μενέλαος Μαλτέζος
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούνιο του 2026 αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά. Ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,4%, έναντι 2,8% τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Σε σχέση με τον Μάιο, όταν είχε φθάσει στο 5,2%, καταγράφεται επιβράδυνση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ακρίβεια υποχωρεί. Οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται και το ήδη υψηλό κόστος ζωής παγιώνεται.
Η μείωση του ρυθμού του πληθωρισμού δεν σημαίνει μείωση των τιμών. Σημαίνει ότι οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνονται, απλώς με βραδύτερο ρυθμό. Όταν ένα προϊόν έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, μια νέα αύξηση, ακόμη και μικρότερη, δεν αποτελεί ανακούφιση αλλά πρόσθετη επιβάρυνση.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τις διεθνείς συγκρίσεις. Σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα της Deutsche Bank Mapping the World’s Prices, η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πόλεις όπου το χάσμα μεταξύ εισοδημάτων και κόστους ζωής είναι από τα μεγαλύτερα στον ανεπτυγμένο κόσμο. Οι τιμές συγκλίνουν προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα, ενώ οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται στις βασικές ανάγκες της καθημερινότητας. Η στέγαση αυξάνεται κατά 10,6%, οι μεταφορές κατά 7,2%, η εστίαση κατά 7,7%, ενώ βασικά είδη διατροφής παρουσιάζουν διψήφιες ανατιμήσεις. Το φυσικό αέριο αυξάνεται κατά 24,6%, τα ενοίκια κατά 7,1% και τα καύσιμα περίπου κατά 12%.
Ο πληθωρισμός δεν είναι ένας ουδέτερος αριθμός. Είναι η καθημερινή διάβρωση της αγοραστικής δύναμης. Όταν οι μισθοί και οι συντάξεις αυξάνονται λιγότερο από τις τιμές, το πραγματικό εισόδημα μειώνεται και κάθε ευρώ αγοράζει λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες. Η ακρίβεια λειτουργεί και ως ένας αόρατος μηχανισμός αναδιανομής εισοδήματος, μεταφέροντας βάρη στα νοικοκυριά και στις μικρές επιχειρήσεις και διευρύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες.
Η επιβάρυνση αυτή δεν κατανέμεται ισότιμα. Οι χαμηλόμισθοι, οι συνταξιούχοι, οι οικογένειες με παιδιά, οι ενοικιαστές, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πλήττονται περισσότερο, καθώς δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικές ανάγκες. Έτσι, ο πραγματικός πληθωρισμός που βιώνουν είναι υψηλότερος από τον μέσο δείκτη.
Η πίεση επεκτείνεται και στην πλευρά της παραγωγής και της προσφοράς. Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, αδυνατώντας να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος ενέργειας, ενοικίων και χρηματοδότησης, βλέπουν την κερδοφορία τους να συρρικνώνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι το περιθώριο καθαρού κέρδους στο λιανεμπόριο διαμορφώθηκε μόλις στο 3,9% το 2024, σύμφωνα με την Ετήσια Έρευνα του Ινστιτούτου ΕΣΕΕ. Η ακρίβεια, επομένως, πλήττει τόσο τους καταναλωτές όσο και τη βιωσιμότητα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Παράλληλα, έχει έντονη περιφερειακή διάσταση. Σε περιοχές όπως η Θράκη και τα νησιά, το αυξημένο κόστος μεταφοράς και η μικρότερη κλίμακα της αγοράς οδηγούν σε υψηλότερες τιμές σε καύσιμα και βασικά αγαθά σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η κυβέρνηση επιλέγει εθελοντικές συμφωνίες για προσωρινές μειώσεις τιμών. Ωστόσο, τέτοιες παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας.
Το πρόβλημα εντοπίζεται στη συγκέντρωση της αγοράς, στα ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά της οικονομίας, στο υψηλό ενεργειακό και μεταφορικό κόστος, στη στεγαστική κρίση, στην εξάρτηση από έμμεσους φόρους και στην αδυναμία αποτελεσματικών ελέγχων.
Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι οι πρόσκαιρες μειώσεις τιμών, αλλά αν η πολιτεία θα αντιμετωπίσει τις αιτίες του δομικού πληθωρισμού.
Αυτό απαιτεί διαφορετική στρατηγική: ισχυρούς θεσμούς ανταγωνισμού, διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, μείωση του ενεργειακού και μεταφορικού κόστους, συνεκτική στεγαστική πολιτική, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων. Παράλληλα, χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα ενισχύει την παραγωγικότητα, την ανθεκτικότητα και τον υγιή ανταγωνισμό της ελληνικής οικονομίας.
Η ακρίβεια δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων οικονομικών δομών και πολιτικών επιλογών και μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με διαφορετικές πολιτικές.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι η πορεία ενός δείκτη, αλλά αν η οικονομική πολιτική θα συνεχίσει να διευρύνει το χάσμα μεταξύ κόστους ζωής και εισοδημάτων ή θα προστατεύσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Η πραγματική οικονομική σύγκλιση δεν μετριέται από το ΑΕΠ ή τις αξιολογήσεις των οίκων πιστοληπτικής ικανότητας, αλλά από το αν οι πολίτες μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς από το εισόδημά τους. Όσο οι τιμές συγκλίνουν προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα και τα πραγματικά εισοδήματα παραμένουν στάσιμα, η ανάπτυξη δεν μετατρέπεται σε κοινωνική ευημερία. Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό και πολιτικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου.
Μενέλαος Φ. Μαλτέζος
Οικονομολόγος - Πρώην Βουλευτής Έβρου
Μέλος Εθνικού Συμβουλίου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.)
[post_ads]
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούνιο του 2026 αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά. Ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,4%, έναντι 2,8% τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Σε σχέση με τον Μάιο, όταν είχε φθάσει στο 5,2%, καταγράφεται επιβράδυνση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ακρίβεια υποχωρεί. Οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται και το ήδη υψηλό κόστος ζωής παγιώνεται.
Η μείωση του ρυθμού του πληθωρισμού δεν σημαίνει μείωση των τιμών. Σημαίνει ότι οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνονται, απλώς με βραδύτερο ρυθμό. Όταν ένα προϊόν έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, μια νέα αύξηση, ακόμη και μικρότερη, δεν αποτελεί ανακούφιση αλλά πρόσθετη επιβάρυνση.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τις διεθνείς συγκρίσεις. Σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα της Deutsche Bank Mapping the World’s Prices, η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πόλεις όπου το χάσμα μεταξύ εισοδημάτων και κόστους ζωής είναι από τα μεγαλύτερα στον ανεπτυγμένο κόσμο. Οι τιμές συγκλίνουν προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα, ενώ οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται στις βασικές ανάγκες της καθημερινότητας. Η στέγαση αυξάνεται κατά 10,6%, οι μεταφορές κατά 7,2%, η εστίαση κατά 7,7%, ενώ βασικά είδη διατροφής παρουσιάζουν διψήφιες ανατιμήσεις. Το φυσικό αέριο αυξάνεται κατά 24,6%, τα ενοίκια κατά 7,1% και τα καύσιμα περίπου κατά 12%.
Ο πληθωρισμός δεν είναι ένας ουδέτερος αριθμός. Είναι η καθημερινή διάβρωση της αγοραστικής δύναμης. Όταν οι μισθοί και οι συντάξεις αυξάνονται λιγότερο από τις τιμές, το πραγματικό εισόδημα μειώνεται και κάθε ευρώ αγοράζει λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες. Η ακρίβεια λειτουργεί και ως ένας αόρατος μηχανισμός αναδιανομής εισοδήματος, μεταφέροντας βάρη στα νοικοκυριά και στις μικρές επιχειρήσεις και διευρύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες.
Η επιβάρυνση αυτή δεν κατανέμεται ισότιμα. Οι χαμηλόμισθοι, οι συνταξιούχοι, οι οικογένειες με παιδιά, οι ενοικιαστές, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πλήττονται περισσότερο, καθώς δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικές ανάγκες. Έτσι, ο πραγματικός πληθωρισμός που βιώνουν είναι υψηλότερος από τον μέσο δείκτη.
Η πίεση επεκτείνεται και στην πλευρά της παραγωγής και της προσφοράς. Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, αδυνατώντας να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος ενέργειας, ενοικίων και χρηματοδότησης, βλέπουν την κερδοφορία τους να συρρικνώνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι το περιθώριο καθαρού κέρδους στο λιανεμπόριο διαμορφώθηκε μόλις στο 3,9% το 2024, σύμφωνα με την Ετήσια Έρευνα του Ινστιτούτου ΕΣΕΕ. Η ακρίβεια, επομένως, πλήττει τόσο τους καταναλωτές όσο και τη βιωσιμότητα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Παράλληλα, έχει έντονη περιφερειακή διάσταση. Σε περιοχές όπως η Θράκη και τα νησιά, το αυξημένο κόστος μεταφοράς και η μικρότερη κλίμακα της αγοράς οδηγούν σε υψηλότερες τιμές σε καύσιμα και βασικά αγαθά σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η κυβέρνηση επιλέγει εθελοντικές συμφωνίες για προσωρινές μειώσεις τιμών. Ωστόσο, τέτοιες παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας.
Το πρόβλημα εντοπίζεται στη συγκέντρωση της αγοράς, στα ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά της οικονομίας, στο υψηλό ενεργειακό και μεταφορικό κόστος, στη στεγαστική κρίση, στην εξάρτηση από έμμεσους φόρους και στην αδυναμία αποτελεσματικών ελέγχων.
Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι οι πρόσκαιρες μειώσεις τιμών, αλλά αν η πολιτεία θα αντιμετωπίσει τις αιτίες του δομικού πληθωρισμού.
Αυτό απαιτεί διαφορετική στρατηγική: ισχυρούς θεσμούς ανταγωνισμού, διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, μείωση του ενεργειακού και μεταφορικού κόστους, συνεκτική στεγαστική πολιτική, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων. Παράλληλα, χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα ενισχύει την παραγωγικότητα, την ανθεκτικότητα και τον υγιή ανταγωνισμό της ελληνικής οικονομίας.
Η ακρίβεια δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων οικονομικών δομών και πολιτικών επιλογών και μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με διαφορετικές πολιτικές.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι η πορεία ενός δείκτη, αλλά αν η οικονομική πολιτική θα συνεχίσει να διευρύνει το χάσμα μεταξύ κόστους ζωής και εισοδημάτων ή θα προστατεύσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Η πραγματική οικονομική σύγκλιση δεν μετριέται από το ΑΕΠ ή τις αξιολογήσεις των οίκων πιστοληπτικής ικανότητας, αλλά από το αν οι πολίτες μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς από το εισόδημά τους. Όσο οι τιμές συγκλίνουν προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα και τα πραγματικά εισοδήματα παραμένουν στάσιμα, η ανάπτυξη δεν μετατρέπεται σε κοινωνική ευημερία. Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό και πολιτικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου.
Μενέλαος Φ. Μαλτέζος
Οικονομολόγος - Πρώην Βουλευτής Έβρου
Μέλος Εθνικού Συμβουλίου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.)
[post_ads]









ΣΧΟΛΙΑ