Πώς ο γεωπολιτικός πόλεμος ισχύος μετασχηματίζει τις κοινωνίες και αδειάζει τη δημοκρατία από το περιεχόμενό της.
του Βασίλη Τσολακίδη*
Ο κόσμος βρίσκεται πλέον σε μια περίοδο οξυμένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου οι εξελίξεις των τελευταίων ετών – πόλεμος στην Ουκρανία, η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, ο τεχνολογικός και εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας, η ενεργειακή ανασφάλεια και η στρατιωτικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας – δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά συμπτώματα μιας βαθύτερης ιστορικής μετάβασης.
Για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η παγκόσμια τάξη δεν οργανώνεται γύρω από την επέκταση της δημοκρατίας, αλλά γύρω από την επιβίωση και την ισχύ ανταγωνιστικών γεωπολιτικών σχηματισμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός παύει να αφορά αποκλειστικά κράτη. Αφορά σύνθετες οντότητες ισχύος που συνδυάζουν οικονομία, τεχνολογία, στρατιωτική δύναμη και έλεγχο της πληροφορίας. Η σύγκρουση διεξάγεται ταυτόχρονα στα σύνορα, στις αγορές, στις αλυσίδες παραγωγής, στα δεδομένα και, όλο και περισσότερο, στο εσωτερικό των ίδιων των κοινωνιών.
Η ατλαντική συμμαχία, με πυρήνα τις ΗΠΑ, μετασχηματίζεται σταδιακά από συμμαχία δημοκρατικών κρατών σε αυτοκρατορική οντότητα ασφάλειας. Ο μετασχηματισμός αυτός δεν παρουσιάζεται ως αυταρχική εκτροπή, αλλά προβάλλεται ως απάντηση σε έναν υπαρκτό και σκληρό παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όμως, όπως σε κάθε ιστορική αυτοκρατορική μετάβαση, η ενίσχυση της εξωτερικής ισχύος συνοδεύεται αναπόφευκτα από εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές μεταλλάξεις.
Η πιο κρίσιμη από αυτές αφορά την ίδια τη δομή της εξουσίας. Η εθνική αστική τάξη, πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες του 20ού αιώνα, υποχωρεί. Στη θέση της αναδύεται μια υπερεθνική οικονομική και τεχνολογική ολιγαρχία, η οποία μετασχηματίζεται σταδιακά σε σύγχρονη αριστοκρατία. Όχι (ακόμη) με τίτλους ή επίσημα αξιώματα, αλλά με μόνιμη πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων, ανεξαρτησία από εκλογικούς κύκλους και θεσμική θωράκιση έναντι κοινωνικού ελέγχου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ενδεικτικό και αποκαλυπτικό παράδειγμα αυτής της μετάλλαξης. Χωρίς να καταργεί τους δημοκρατικούς θεσμούς των κρατών-μελών, εξελίσσεται λειτουργικά σε μηχανισμό πειθαρχίας και ευθυγράμμισης στο όνομα της ασφάλειας, της σταθερότητας και της γεωπολιτικής αναγκαιότητας. Κρίσιμες αποφάσεις για την οικονομία, την ενέργεια, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική λαμβάνονται όλο και συχνότερα εκτός του άμεσου δημοκρατικού ελέγχου, ενώ τα εθνικά κοινοβούλια καλούνται κυρίως να επικυρώσουν προειλημμένες στρατηγικές επιλογές.
Η δημοκρατία, έτσι, δεν καταργείται· μετασχηματίζεται. Οι εκλογές διεξάγονται, τα συντάγματα ισχύουν, οι θεσμοί λειτουργούν. Όμως η πολιτική συμμετοχή περιορίζεται σταδιακά, καθώς οι κρίσιμες αποφάσεις μεταφέρονται σε υπερεθνικά κέντρα, τεχνοκρατικούς μηχανισμούς και κλειστά συμβούλια ασφάλειας. Η ασφάλεια προβάλλεται ως υπέρτατη αξία, ικανή να δικαιολογήσει τον περιορισμό της λαϊκής αυτενέργειας.
Έτσι, συντελείται μια βαθιά κοινωνικοπολιτική μετάλλαξη: οι πολίτες παραμένουν πολίτες τυπικά, αλλά μετατρέπονται λειτουργικά σε υπηκόους – όχι με τη νομική έννοια, αλλά με τη λειτουργική έννοια της απουσίας πρόσβασης στη στρατηγική απόφαση. Ψηφίζουν, αλλά δεν αποφασίζουν. Συμμετέχουν, αλλά δεν συνδιαμορφώνουν.
Ο οικουμενικός ανταγωνισμός ισχύος δεν είναι ουδέτερος. Λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ιεραρχίας, στην οποία η σύγχρονη αριστοκρατία έχει συμφέρον στη σταθερότητα, στη συγκέντρωση και στη μείωση της κοινωνικής απρόβλεπτης παρέμβασης. Η δημοκρατία γίνεται ανεκτή μόνο στον βαθμό που λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης και όχι ως πεδίο ουσιαστικής κοινωνικής κυριαρχίας.
Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται πρωτίστως από τους εξωτερικούς ανταγωνιστές της Δύσης, αλλά από την εσωτερική της μετάλλαξη υπό το βάρος του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Όπως και στη Ρώμη, δεν καταρρέει επειδή απέτυχε, αλλά επειδή υπερεπεκτάθηκε χωρίς να επανεφεύρει τους θεσμούς της.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος· αυτό είναι ήδη δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, στο όνομα της ασφάλειας και του γεωπολιτικού ανταγωνισμού, οι κοινωνίες θα αποδεχθούν τη μετάβασή τους από πολίτες σε λειτουργικούς υπηκόους μιας νέας οικουμενικής αριστοκρατίας ή αν θα διεκδικήσουν μια δημοκρατία ικανή να μετατρέψει αποτελεσματικά τις συνθήκες παγκόσμιας σύγκρουσης ισχύος σε οικουμενική, ειρηνική συνύπαρξη και ευημερία για όλους;
* Ο Βασίλης Τσολακίδης είναι Βιοαρχιτέκτονας και Σύμβουλος Στρατηγικού Σχεδιασμού για την ενέργεια, το περιβάλλον και το κλίμα.
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
[post_ads]
Ο κόσμος βρίσκεται πλέον σε μια περίοδο οξυμένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου οι εξελίξεις των τελευταίων ετών – πόλεμος στην Ουκρανία, η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, ο τεχνολογικός και εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας, η ενεργειακή ανασφάλεια και η στρατιωτικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας – δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά συμπτώματα μιας βαθύτερης ιστορικής μετάβασης.
Για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η παγκόσμια τάξη δεν οργανώνεται γύρω από την επέκταση της δημοκρατίας, αλλά γύρω από την επιβίωση και την ισχύ ανταγωνιστικών γεωπολιτικών σχηματισμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός παύει να αφορά αποκλειστικά κράτη. Αφορά σύνθετες οντότητες ισχύος που συνδυάζουν οικονομία, τεχνολογία, στρατιωτική δύναμη και έλεγχο της πληροφορίας. Η σύγκρουση διεξάγεται ταυτόχρονα στα σύνορα, στις αγορές, στις αλυσίδες παραγωγής, στα δεδομένα και, όλο και περισσότερο, στο εσωτερικό των ίδιων των κοινωνιών.
Η ατλαντική συμμαχία, με πυρήνα τις ΗΠΑ, μετασχηματίζεται σταδιακά από συμμαχία δημοκρατικών κρατών σε αυτοκρατορική οντότητα ασφάλειας. Ο μετασχηματισμός αυτός δεν παρουσιάζεται ως αυταρχική εκτροπή, αλλά προβάλλεται ως απάντηση σε έναν υπαρκτό και σκληρό παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όμως, όπως σε κάθε ιστορική αυτοκρατορική μετάβαση, η ενίσχυση της εξωτερικής ισχύος συνοδεύεται αναπόφευκτα από εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές μεταλλάξεις.
Η πιο κρίσιμη από αυτές αφορά την ίδια τη δομή της εξουσίας. Η εθνική αστική τάξη, πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες του 20ού αιώνα, υποχωρεί. Στη θέση της αναδύεται μια υπερεθνική οικονομική και τεχνολογική ολιγαρχία, η οποία μετασχηματίζεται σταδιακά σε σύγχρονη αριστοκρατία. Όχι (ακόμη) με τίτλους ή επίσημα αξιώματα, αλλά με μόνιμη πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων, ανεξαρτησία από εκλογικούς κύκλους και θεσμική θωράκιση έναντι κοινωνικού ελέγχου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ενδεικτικό και αποκαλυπτικό παράδειγμα αυτής της μετάλλαξης. Χωρίς να καταργεί τους δημοκρατικούς θεσμούς των κρατών-μελών, εξελίσσεται λειτουργικά σε μηχανισμό πειθαρχίας και ευθυγράμμισης στο όνομα της ασφάλειας, της σταθερότητας και της γεωπολιτικής αναγκαιότητας. Κρίσιμες αποφάσεις για την οικονομία, την ενέργεια, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική λαμβάνονται όλο και συχνότερα εκτός του άμεσου δημοκρατικού ελέγχου, ενώ τα εθνικά κοινοβούλια καλούνται κυρίως να επικυρώσουν προειλημμένες στρατηγικές επιλογές.
Η δημοκρατία, έτσι, δεν καταργείται· μετασχηματίζεται. Οι εκλογές διεξάγονται, τα συντάγματα ισχύουν, οι θεσμοί λειτουργούν. Όμως η πολιτική συμμετοχή περιορίζεται σταδιακά, καθώς οι κρίσιμες αποφάσεις μεταφέρονται σε υπερεθνικά κέντρα, τεχνοκρατικούς μηχανισμούς και κλειστά συμβούλια ασφάλειας. Η ασφάλεια προβάλλεται ως υπέρτατη αξία, ικανή να δικαιολογήσει τον περιορισμό της λαϊκής αυτενέργειας.
Έτσι, συντελείται μια βαθιά κοινωνικοπολιτική μετάλλαξη: οι πολίτες παραμένουν πολίτες τυπικά, αλλά μετατρέπονται λειτουργικά σε υπηκόους – όχι με τη νομική έννοια, αλλά με τη λειτουργική έννοια της απουσίας πρόσβασης στη στρατηγική απόφαση. Ψηφίζουν, αλλά δεν αποφασίζουν. Συμμετέχουν, αλλά δεν συνδιαμορφώνουν.
Ο οικουμενικός ανταγωνισμός ισχύος δεν είναι ουδέτερος. Λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ιεραρχίας, στην οποία η σύγχρονη αριστοκρατία έχει συμφέρον στη σταθερότητα, στη συγκέντρωση και στη μείωση της κοινωνικής απρόβλεπτης παρέμβασης. Η δημοκρατία γίνεται ανεκτή μόνο στον βαθμό που λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης και όχι ως πεδίο ουσιαστικής κοινωνικής κυριαρχίας.
Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται πρωτίστως από τους εξωτερικούς ανταγωνιστές της Δύσης, αλλά από την εσωτερική της μετάλλαξη υπό το βάρος του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Όπως και στη Ρώμη, δεν καταρρέει επειδή απέτυχε, αλλά επειδή υπερεπεκτάθηκε χωρίς να επανεφεύρει τους θεσμούς της.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος· αυτό είναι ήδη δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, στο όνομα της ασφάλειας και του γεωπολιτικού ανταγωνισμού, οι κοινωνίες θα αποδεχθούν τη μετάβασή τους από πολίτες σε λειτουργικούς υπηκόους μιας νέας οικουμενικής αριστοκρατίας ή αν θα διεκδικήσουν μια δημοκρατία ικανή να μετατρέψει αποτελεσματικά τις συνθήκες παγκόσμιας σύγκρουσης ισχύος σε οικουμενική, ειρηνική συνύπαρξη και ευημερία για όλους;
* Ο Βασίλης Τσολακίδης είναι Βιοαρχιτέκτονας και Σύμβουλος Στρατηγικού Σχεδιασμού για την ενέργεια, το περιβάλλον και το κλίμα.
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
[post_ads]









ΣΧΟΛΙΑ
Μπορείτε να σχολιάσετε μέσω Facebook ή Blogger (Google) επιλέγοντας την αντίστοιχη καρτέλα από πάνω