Η Οδύσσεια ενός 13χρονου Εβρίτη τα χρόνια του Εμφυλίου

Στον Έβρο, όπως σε όλη την Ελλάδα, ο λαός οργανώθηκε για να πολεμήσει τον κατακτητή, έτσι και ο πατέρας του μικρού Ηρακλή βρέθηκε στην αντίσταση. Μια τρομερή Οδύσσεια μόλις ξεκινούσε για τον ίδιο και την οικογένειά του...

Η Οδύσσεια ενός 13χρονου Εβρίτη τα χρόνια του Εμφυλίου
της Ουρανίας Πανταζίδου

Μάιος του 1946 και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει. Η πατρίδα μας αντί να σκύψει για να επουλώσει τις πληγές που άφησε πίσω του ο καταστροφικός πόλεμος και η βάρβαρη κατοχή, βρέθηκε απέναντι σε μια νέα τραγική περιπέτεια. Εμφύλιος Πόλεμος...

Ακολουθώντας τις αναμνήσεις ενός δεκατριάχρονου τότε αγοριού, του Ηρακλή Σαριαννίδη, από το χωριό Μελία (Μπαλούκιοϊ), θα καταγράψω τις τραγικές ώρες που βίωσε η οικογένειά του, μετά τη φυγή του πατέρα και προστάτη τους στο βουνό.

Οι αναμνήσεις πολλές, από το πως έφθασαν οι ποντιακής καταγωγής συγγενείς του στην Αλεξανδρούπολη το 1924 μέσω Ρωσίας, το πως νεαρά παιδιά τότε οι γονείς του παντρεύτηκαν στη Μελία, το πως δημιούργησαν τη δική τους οικογένεια, με όλες τις δυσκολίες της εποχής. Γιατί η ζωή για μια αγροτική οικογένεια δεν ήταν εύκολη τότε...

Και σαν να μην έφθαναν οι φυσικές δυσκολίες ήρθε και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι Γερμανοί κατακτητές ενώ πρόσφεραν όλο τον Έβρο στους Βούλγαρους συμμάχους τους, οι ίδιοι κράτησαν υπό την επιρροή τους τη ζώνη γύρω από τις Φέρες. Και όπως σε όλη την Ελλάδα ο λαός οργανώθηκε για να πολεμήσει τον κατακτητή, έτσι και ο πατέρας του μικρού Ηρακλή βρέθηκε στην αντίσταση. Μια τρομερή Οδύσσεια μόλις ξεκινούσε για τον ίδιο και την οικογένειά του...

Στις φυλακές της Γκεστάπο

Ο κύριος Ηρακλής μας διηγείται:

Στον Έβρο όπως και σε όλη την Ελλάδα αμέσως μετά τη γερμανική κατοχή φούντωσε ένα αντιστασιακό κίνημα. Στις 27/9/1941 ιδρύθηκε το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) ενώ στις 23/2/1943 ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων). Κάτω από την ομπρέλα των δύο αυτών οργανώσεων άρχισαν να συσπειρώνονται οι δημοκρατικές μάζες του ελληνικού λαού για να πολεμήσουν τον χιτλερικό φασιστικό κατακτητή.

Στο χωριό μας οι Γερμανοί δεν εμφανίζονταν συχνά αντίθετα οι αντάρτες έρχονταν τακτικά για τρόφιμα και για διάφορες οργανωτικές υποθέσεις. Κάποιοι μάλιστα ονόμασαν το χωριό μας ανταρτοφωλιά.

Θυμάμαι ένα βράδυ που ήρθε στο χωριό μας ο καπετάν Οδυσσέας (Οδυσσέας Γαλεάδης). Μαζεύτηκαν στο καφενείο του Πολυζωίδη Εκεί άνοιξαν το ραδιόφωνο που κουβαλούσαν μαζί τους οι αντάρτες και άκουγαν τις ειδήσεις.

Ο Καπετάν Οδυσσέας
(Φώτο: Παντελής Αθανασιάδης)

Στη συγκέντρωση εκείνη βρέθηκα και εγώ. Μόλις τελείωσαν οι ειδήσεις ο καπετάν Οδυσσέας με τράβηξε κοντά του και δείχνοντας τα ξυπόλητα πόδια μου είπε: «Όταν θα γίνει η χώρα μας Λαϊκή Δημοκρατία αυτά τα παιδιά δε θα γυρίζουν στους δρόμους ξυπόλητα».

Όμως κάποιοι από το χωριό πρόδωσαν τον πατέρα μου και τους υπόλοιπους ως συνεργάτες των ανταρτών. Μια μέρα η Γκεστάπο περικύκλωσε το χωριό μας και συνέλαβε τον πατέρα μου και τους Γιάννη Στεφανίδη και Χαράλαμπο Νικολαΐδη. Τους έβαλαν χειροπέδες και τους οδήγησαν στο κρατητήριο των Φερών. Μετά από απάνθρωπα βασανιστήρια τους μετέφεραν στην πρόχειρη φυλακή του Σουφλίου.

Όταν πήγα για πρώτη φορά στη φυλακή για να παραδώσω λίγα καθαρά ρούχα οι Γερμανοί δεσμοφύλακες δε μας επέτρεψαν να πλησιάσουμε τους πατεράδες μας. Οι φυλακισμένοι βρίσκονταν ήδη στο προαύλιο της φυλακής και εμείς σε απόσταση περίπου 15 μ. από αυτούς προσπαθούσαμε με νοήματα να επικοινωνήσουμε αλλά αυτό ήταν αδύνατο. Απογοητευμένοι αλλά και συγκλονισμένοι από την εικόνα που αντικρίσαμε φύγαμε για το χωριό.

Στο μεταξύ τα αντάρτικα τμήματα έδιναν σποραδικές μάχες στήνοντας ενέδρες και εκτελώντας Γερμανούς κατακτητές. Οι Γερμανοί ανάλογα με το βαθμό του φονευθέντος στρατιωτικού προέβαιναν σε αντίποινα, φυλακίσεις ή εκτελέσεις.

Η κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή μας ήταν τρομακτική. Εμείς που είχαμε συγγενείς φυλακισμένους δε γνωρίζαμε εάν θα τους ξαναβλέπαμε ζωντανούς ή θα λέγαμε το στερνό αντίο στα ματωμένα ρούχα τους.

Κάθε φορά που επισκεπτόμασταν τη φυλακή και βλέπαμε τον άνθρωπό μας ζωντανό, ανεξάρτητα που δεν μπορούσαμε να τον αγγίξουμε ή να ανταλλάξουμε έστω μια λέξη, επιστρέφαμε στο σπίτι μας με ανακούφιση.

Δυστυχώς όμως οι επισκέψεις εκείνες για κάποιους ήταν δραματικές. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την ημέρα που επισκεφθήκαμε τη φυλακή όπου ένα συνομήλικο αγόρι από τα Κοίλα περίμενε για να παραδώσει ένα δεματάκι με καθαρά ρούχα για τον πατέρα του. Το φώναξαν οι δεσμοφύλακες και με την παρουσία διερμηνέα του παρέδωσαν τα λερωμένα ρούχα του πατέρα του λέγοντας ότι δε θα χρειασθεί να έρθει ξανά γιατί ο πατέρας του μαζί με άλλους φυλακισμένους εκτελέστηκε για αντίποινα.

– Τα ταξίδια και οι επισκέψεις για σένα έχουν τελειώσει, του είπαν.

Το παιδί σπαρταρούσε από το κλάμα, οι μανάδες προσπαθούσαν να το παρηγορήσουν και εγώ σκεφτόμουν για ποιον θα κτυπήσει η καμπάνα την επόμενη φορά. Μετά λίγες εβδομάδες μετέφεραν τους φυλακισμένους στις φυλακές Διδυμότειχου.

Ο πατέρας μου καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση ενώ ο Χαράλαμπος Νικολαΐδης σε ποινή θανάτου. Όμως στις 28/8/1944 οι αντάρτες περικύκλωσαν το Διδυμότειχο. Έκοψαν όλους τους δρόμους και τις τηλεφωνικές γραμμές και έστησαν παντού ενέδρες. Πολύ γρήγορα απελευθέρωσαν τους φυλακισμένους μαζί με τους κατοίκους της περιοχής. Από την έφοδο εκείνη πολλοί Γερμανοί αιχμαλωτίσθηκαν και πολλά λάφυρα περιήλθαν στα χέρια των ανταρτών.

Απελευθέρωση Διδυμότειχου, 28-29/8/1944 (φωτογραφία Παντελής Αθανασιάδης)

Ο πατέρας μου έχοντας καλή στρατιωτική εκπαίδευση κατατάχτηκε αμέσως στον ΕΛΑΣ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) που είχε ιδρυθεί στις 2/5/1943, με σκοπό να εκδικηθεί τους Γερμανούς.

Στην πρώτη σκληρή μάχη που συμμετείχε ο πατέρας μου ήταν στη γέφυρα του ποταμού Μαγκάζι κοντά στο Σουφλί (6 χλμ. νότια του Σουφλίου), κατά την υποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων. Ήταν καλός σκοπευτής και με το γερμανικό πολυβόλο - λάφυρο από τους κατακτητές - επέφερε μεγάλο πλήγμα στους Γερμανούς στρατιώτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν.

Με το τέλος του Πολέμου οι λαοί της Ευρώπης άρχισαν να ανασαίνουν. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν κυρίαρχα τώρα στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου κατατάχθηκε στην υπηρεσία της Λαϊκής Πολιτοφυλακής Φερών.

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1946 το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παρέδωσε τα όπλα στη δεξιά τότε παράταξη, η οποία όμως παραβίασε την πιο "ακριβοπληρωμένη" συμφωνία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Το Μάρτιο του 1946 το ΚΚΕ απείχε από τις βουλευτικές εκλογές που είχαν προκηρυχθεί και καταγγέλθηκαν από την ηγεσία του σαν νόθες, καθώς την εποχή εκείνη επικρατούσε καθεστώς διώξεων για τους φιλικά προσκείμενους στο ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Από εκεί και μετά τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Η συμφωνία της Βάρκιζας παραβιάστηκε (εδώ δεν θα εξετάσουμε ποιος έφταιγε) και άρχισαν οι συλλήψεις "αντιστασιακών αγωνιστών". Η ηγεσία του ΚΚΕ βρισκόταν μπροστά σε αδιέξοδο. Τότε δόθηκε το σύνθημα για την έναρξη του ένοπλου αγώνα εναντίον του εχθρού...

Όμως οι μεγάλες δυνάμεις είχαν καθορίσει το μέλλον της άμοιρης πατρίδας μας.

Ακόμη και ο Στάλιν "σβαρνούτ"* είπε στο Νίκο Ζαχαριάδη και την ηγεσία του ΚΚΕ, δηλαδή το χαλί που στρώσατε να το μαζέψετε γρήγορα, υπονοώντας ότι οι πολιτικές συνθήκες δεν επιτρέπουν δεύτερο ένοπλο αγώνα στην Ελλάδα...

(* σ.σ.: Για την ιστορία, γνωστά και διαδεδομένα είναι όσα έγραψε για το θέμα ο Παρτιζάνος Μίλοβαν Τζίλας, στενός συνεργάτης του Τίτο, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1962 με τίτλο "Συνομιλίες με τον Στάλιν". Εκεί, ο Τζίλας ισχυρίζεται πως ο Στάλιν, στη συνάντηση στο Κρεμλίνο τον Φεβρουάριο του '48, με κατηγορηματικό τρόπο υπογράμμισε ότι το αντάρτικο στην Ελλάδα έπρεπε να σταματήσει το ταχύτερο δυνατό. Αργότερα, όμως, στο βιβλίο του "Εξουσία" (1983), ο Τζίλας αναφέρει πως ο Στάλιν χρησιμοποίησε τη λέξη "σβαρνούτ" για το ελληνικό αντάρτικο, που σημαίνει "να αναδιπλωθεί" και όχι - όπως αποδόθηκε στην αγγλική μετάφραση του βιβλίου του "Συνομιλίες με τον Στάλιν" - "να σταματήσει". Αντίθετα ο Έντβαρντ Κάρντελι, Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Τίτο και αυτόπτης μάρτυρας - όπως και ο Τζίλας - των όσων είπε ο Στάλιν για το ελληνικό αντάρτικο το Φλεβάρη του '48, στο δικό του βιβλίο "Αναμνήσεις" (1980) που γράφει και για τις συνομιλίες, δεν αναφέρει πουθενά να είπε ο Στάλιν ότι το ελληνικό αντάρτικο έπρεπε να σταματήσει ή να αναδιπλωθεί).

Όλα πλέον ήταν μάταια και τα αποτελέσματα του εμφυλίου 1946-1949 ήταν τραγικά για την πατρίδα μας. Αμέτρητες οι απώλειες, τεράστιες οι πληγές που ανοίχθηκαν στην πατρίδα μας. Το μίσος γιγαντώνεται και αδελφός μισεί τον αδελφό.

Η φυγή του πατέρα στο βουνό

Ιούνιος 1946. Ο πατέρας μας που εκείνο το διάστημα παρακολουθούσε με αγωνία όλα όσα συνέβαιναν. Έχοντας και την προηγούμενη εμπειρία από τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια που υπέστη από τους Γερμανούς κατακτητές, μαζί με τους συντρόφους του Παναγιώτη και Γιάννη Σαριαννίδη, Ισσάκ και Χαράλαμπο Νικολαΐδη, που είχαν τις ίδιες εμπειρίες, πήραν την απόφαση να ακολουθήσουν το δρόμο της "Αρετής".

– Η ζωή μας κινδυνεύει, μου είπε, γι΄ αυτό είναι ανάγκη να περάσουμε για ένα διάστημα στην παρανομία, προτού πέσουμε στα χέρια του εχθρού. Για τις συνέπειες της φυγής του, που θα αντιμετώπιζε η έγκυος γυναίκα του και τα τέσσερα ανήλικα παιδιά τους ούτε κουβέντα.

Κοιτούσα τον πατέρα με αγωνία. Αυτός ατάραχος συνέχισε...

– Η δουλειά μας προδόθηκε από κάποιους χωριανούς μας. Μας παρακολουθούν παντού, κινδυνεύουμε. Η όλη κατάσταση θα διαρκέσει ένα το πολύ δύο μήνες. Εσύ θα σταματήσεις το σχολείο (τότε μαθητής στο Γυμνάσιο των Φερών) και θα αναλάβεις αρχηγός της οικογένειας.

Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια. Αρχές Ιούνη έφυγε για το βουνό. Για εμάς άρχιζε μια τραγική περίοδος. Και εγώ ακόμη δεν είχα κλείσει τα 14 χρόνια μου.

Ήδη βρισκόμασταν μέσα στο κατακαλόκαιρο και η αγροτική οικογένειά μας έπρεπε να αντιμετωπίσει τις δουλειές της εποχής, θέρισμα και αλώνισμα με πρωτόγονα μέσα, συλλογή καλαμποκιού και καπνού, άλεσμα του σιταριού, κόψιμο και κουβάλημα ξύλων για το χειμώνα, συντήρηση των ζώων. Και έπρεπε όλα αυτά να έχουν γίνει πριν έρθει ο χειμώνας. Δεν ήταν εύκολη η ζωή τότε για μια αγροτική οικογένεια. Ευτυχώς ακόμη υπήρχε η αλληλεγγύη των συγγενών. Όπως ήταν επόμενο όλο το βάρος έπεσε στις δικές μου πλάτες, τον μεγάλο...

Οι συνέπειες από τη φυγή του πατέρα - Συλλήψεις των οικογενειών

Ήταν η ώρα 1 μετά τα μεσάνυκτα όταν έγινε έφοδος στο χωριό μας. Οι κάτοικοι βρίσκονταν σε βαθύ ύπνο. Σαν τα κοράκια που βουτάνε πάνω στο ψοφίμι όρμησαν οι χωροφύλακες και συνέλαβαν μέλη των ανταρτοοικογενειών. Άρπαξαν τη μάνα και το μικρό μου αδελφό, τον παππού, τη γιαγιά καθώς και πολλούς συγγενείς και άλλους συγχωριανούς.

Πίσω απέμειναν απροστάτευτες σπαρταρώντας από το κλάμα οι δυο αδελφούλες μου 8 και 4 ετών. Συγκλονιστικές ήταν οι σκηνές που μου περιέγραψε ο αδελφός μου, καθότι εγώ εκείνο το βράδυ στάθηκα τυχερός. Βρισκόμουν με την παρέα μου στην περιοχή Παλαιοχώρι ή Βαφέων για να προστατέψουμε τα καλαμπόκια μας από τους επιδρομείς, τα αγριογούρουνα.

Αρχικά τους συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού. Από εκεί τους μετέφεραν και τους οδήγησαν σαν ζώα στην "Γκαζόπετρα", όπου είχαν αφήσει τα αυτοκίνητά τους. Στη συνέχεια αναχώρησαν για τις Φέρες. Όπως μάθαμε οι αντάρτες που είχαν πληροφορηθεί την έφοδο στο χωριό μας, είχαν στήσει ενέδρα για να απελευθερώσουν τους κρατούμενους, όμως δεν επεχείρησαν καμία δράση γιατί φοβήθηκαν για τις οικογένειές τους. Οι κρατούμενοι έμειναν δύο μέρες στις Φέρες και στη συνέχεια τους μετέφεραν στο Μεταγωγών στην Αλεξανδρούπολη και από εκεί στο Καπνομάγαζο.

Στις Φυλακές της Αλεξανδρούπολης

Μετά και από αυτήν την εξέλιξη για εμάς οι συνθήκες διαβίωσης ήταν τραγικές. Και σαν να μην έφθανε ότι έπρεπε εγώ να είμαι και πατέρας και μάνα για τις μικρές αδελφούλες μου, έπρεπε να φροντίσουμε και για τους φυλακισμένους μας, να τους εφοδιάζουμε με καθαρά ρούχα και κάποια τρόφιμα...

...Μετά από πολλές ώρες, βαδίζοντας στα μέσα του καλοκαιριού μέσα σε υψηλές θερμοκρασίες, φθάσαμε στις περιβόητες φυλακές Αλεξανδρουπόλεως. Εκεί, μαζί με άλλους περιμέναμε την ώρα του επισκεπτηρίου.

Αριστερά οι φυλακές Αλεξανδρούπολης (φωτογραφία Γιάννης Μαλκίδης)

Αφού περάσαμε από αυστηρό έλεγχο παραδώσαμε τα πακέτα μας στους δεσμοφύλακες για να τα δώσουν στους συγγενείς μας. Μετά προχωρήσαμε στο μικρό προαύλιο. Εκεί συναντήσαμε τα πρώτα συρματοπλέγματα και είδαμε να εμφανίζεται το μεγάλο πλήθος των φυλακισμένων. Εμείς προσπαθούσαμε να αναγνωρίσουμε τους συγγενείς μας. Η μάνα ήταν εκεί με γαντζωμένα τα χέρια στα συρματοπλέγματα. Τη φώναξα με τρυφερότητα και εκείνη αποκρίθηκε...

– Αχ, Ηρακλή, παιδάκι μου...

Τα δάκρυα ανέβλυζαν από τα μάτια μας. Άπλωσα και άγγιξα τα δάχτυλά της, μα τα συρματοπλέγματα εμπόδιζαν την αγκαλιά που τόσο λαχταρούσα. Διψούσα να αισθανθώ τη ζεστή αγκαλιά της και τους κτύπους της καρδιάς της.

Όταν τη ρώτησα που βρισκόταν ο μικρός μου αδελφός, μου απάντησε ότι ο θείος της υπέγραψε κάποιο χαρτί και τον πήρε μαζί του στη Νέα Χηλή όπου διέμενε.

Όταν έφθασε η ώρα του αποχωρισμού την αποχαιρέτησα με μάτια βουρκωμένα. Δε ξέρω εάν μπορεί κανείς να αντιληφθεί πόσο δύσκολη ήταν εκείνη η στιγμή. Αφού πήρα μια βαθιά ανάσα έξω από τη φυλακή, ξεκίνησα για το χωριό του θείου για να συναντήσω το μικρό μου αδελφό και να προσπαθήσω να τον πάρω μαζί μου στο χωριό μας.

Στις Φυλακές ΑΠΟΘΗΚΕΣ

Ήταν ένα ξύλινο παλιό κτίριο με μικρά παράθυρα - φεγγίτες, χωρίς τζάμια, κοντά στη θάλασσα. Όταν εξοργίζονταν η θάλασσα τα φουσκωμένα κύματα κτυπούσαν με δύναμη έσπαζαν τα τσιμεντένια τείχη και το αρμυρό νερό έμπαινε από τα παράθυρα και τις σπασμένες πόρτες και κατάβρεχε τους φυλακισμένους. Οι συνθήκες εκείνες δεν ανησυχούσαν καθόλου τα αρμόδια όργανα αφού, μάλλον ο τελικός σκοπός τους ήταν η ομαδική εξόντωσή τους.

Από το χωριό έφθασα πεζός στις Φέρες. Από εκεί υπήρχε καθημερινά δρομολόγιο με τρένο για την Αλεξανδρούπολη. Υπήρχε και το παλιό λεωφορείο του Χατζή, όμως αυτό εκτός του ότι έκανε ελάχιστα δρομολόγια την εβδομάδα Φέρες - Αλεξανδρούπολη, πολλές φορές έμενε στο δρόμο με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται οι επιβάτες του.

Έφθασα στον προορισμό μου, στις φυλακές "ΑΠΟΘΗΚΕΣ". Οι φυλακισμένοι βρίσκονταν στο μικρό προαύλιο. Άλλοι λιάζονταν και άλλοι προσπαθούσαν να δροσιστούν βάζοντας τα πόδια τους στο νερό. Αμέσως διέκρινα τη μάνα μου η οποία προσπαθούσε να δροσίσει τα πόδια της. Το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο από τις πληγές, που ακόμη ήταν νωπές. Μόλις με είδε φώναξε δυνατά το όνομά μου και έπειτα έπεσε στην αγκαλιά μου.

Μου εξήγησε με δάκρυα στα μάτια ότι την κτύπησαν με την κάνη του όπλου, γι΄ αυτό ήταν παραμορφωμένο το πρόσωπό της. Αγκαλιασμένοι και οι δυο κλαίγαμε βουβά. Γύρω μας οι δεσμοφύλακες οπλισμένοι παρακολουθούσαν κάθε μας κίνηση. Συναντήθηκα επίσης και με τον παππού και τη γιαγιά καθώς και τους υπόλοιπους συγγενείς.

Εκείνο το βράδυ διανυκτέρευσα στη φυλακή. Μας έκαναν αυτή τη χάρη επειδή ήμουν ανήλικος. Στη φυλακή μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω την τραγική κατάσταση στην οποίαν βρίσκονταν αθώοι άνθρωποι. Κάθε φυλακισμένος είχε στη διάθεσή τους περίπου ένα μέτρο για τη "στέγασή" του. Εκατοντάδες ήταν οι φυλακισμένοι, κορίτσια, αγόρια , γυναίκες, γέροι και γριές. Κάποια στιγμή θέλησα να πάω προς νερού μου. Τότε ο παππούς μου έφερε το καθίκι και με τύλιξε με μια κουρελού για να με καλύψει. Ήταν αδύνατο να λειτουργήσω. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. Το επόμενο πρωί πήρα το δρόμο της επιστροφής, αφήνοντας πίσω μου την ήδη έγκυο μητέρα μου...

Ο έφηβος Ηρακλής προστάτης για τα μικρά του αδέλφια

Ο Ηρακλής τώρα είχε γίνει ο προστάτης για τα μικρά του αδέλφια. Ένα αγόρι και δύο κοριτσάκια. Πάλευε ο Ηρακλής, αντάξιος του συνονόματου ήρωα της μυθολογίας μας, παρά τα δεκατρία του χρόνια. Οι συγγενείς όσο μπορούσαν βοηθούσαν τα τέσσερα ανήλικα παιδιά. Είχαν όμως και αυτοί τις δικές τους οικογένειες να φροντίσουν.

Κάποτε η μάνα μαζί με τη γιαγιά επέστρεψαν στο χωριό από τη φυλακή χάρις σε μια ευνοϊκή διαταγή της βασίλισσας Φρειδερίκης για τις έγκυες που αντιμετώπιζαν πρόβλημα υγείας καθώς και για τις γριές. Επιτέλους θα είχαμε ξανά στο σπίτι το φύλακα άγγελό μας.

Το 1947 μας βρήκε στην Πυλαία διότι η Χωροφυλακή είχε εκκενώσει το δικό μας χωριό. Αυτό βέβαια είχε πολλές δυσκολίες επειδή αναγκαζόμασταν να πηγαίνουμε στα χωράφια μας, διασχίζοντας μεγαλύτερες αποστάσεις. Στο χωριό αυτό γεννήθηκε τον Μάρτιο και ο μικρός μας αδελφός.

Εν τω μεταξύ το κίνημα των ανταρτών μέρα με την ημέρα φούντωνε. Τα αντάρτικα τμήματα τις νύχτες έκαναν εφόδους στα χωριά για να πάρουν τρόφιμα και να επιστρατεύσουν νέους μαχητές. Το πρωί τα τμήματα χωροφυλακής παρουσιάζονταν στα χωριά τρομοκρατώντας τους κατοίκους, ιδίως τις οικογένειες των ανταρτών. Η ζωή ήταν πλέον εφιαλτική. Την καθημερινότητά μας τη διέκρινε η ανασφάλεια και ο φόβος. Μέσα σε εκείνη τη χαοτική κατάσταση εμείς προσπαθούσαμε για την καθημερινή μας επιβίωση.

Την περίοδο αυτή αντιμετώπισα και εγώ τη σύλληψη και φυλάκιση γιατί είχα πατέρα και συγγενείς στο βουνό. Οι συνθήκες στη φυλακή των Φερών ήταν απάνθρωπες. Επειδή δεν είχαν κάποιον άλλο λόγο για να με κατηγορήσουν σύντομα με άφησαν ελεύθερο.

Εν τω μεταξύ από την ημέρα που έφυγε ο πατέρας στο βουνό είχαν περάσει 18 μήνες. Ένα βράδυ εμφανίστηκε ξαφνικά στο σπίτι μας οπλισμένος. Η όψη του μας τρόμαξε. Η μάνα του έδωσε καθαρά ρούχα και τρόφιμα. Αυτός όμως αρνήθηκε να καθίσει. Κάθε λεπτό καθυστέρησης ήταν κρίσιμο για την ασφάλειά του.

– Δεν θα καθίσω, θα σας γεμίσω ψείρες, μας είπε.

Δεν μπορώ να γνωρίζω τη ψυχική κατάσταση του πατέρα εκείνες τις στιγμές. Εκείνο το βράδυ ήρθε "σαν ξένος" χωρίς καν να μας αγγίξει με λίγη τρυφερότητα και έφυγε βιαστικός διαβάτης. Ούτε μια λέξη, έστω να ρωτήσει πως τα περνάμε, πως τα βγάζουμε πέρα.

Την άνοιξη του 1948 οι χωροφύλακες έδωσαν εντολή για τη δεύτερη εκκένωση των χωριών μας και οι κάτοικοι να εγκατασταθούν στα αστικά κέντρα. Η εκκένωση εκείνη ήταν μοιραία αφού ερημώθηκαν και καταστράφηκαν δεκάδες χωριά. Εμείς βρεθήκαμε στις Φέρες. Για λίγες μέρες φιλοξενηθήκαμε στο σχολείο αλλά μετά βρήκαμε πρόχειρη λύση σε μια αποθήκη του Χατζή. Οι συνθήκες εκεί μου θύμισαν τη φυλακή ΑΠΟΘΗΚΕΣ, μόνο που εδώ δεν ήμασταν φυλακισμένοι. Οι οικογένειες κοιμόταν η μια δίπλα στην άλλη, επάνω σε κουρελούδες στο υγρό πάτωμα. Για το φαγητό άναβαν οι γυναίκες φωτιά στο δρόμο. Το φαγητό μας ήταν καμία σούπα ή χαβίτσι, αυτό ήταν το δικό μας καθημερινό μενού. Είπα νωρίτερα ότι εκεί δεν ήμασταν φυλακισμένοι. Πως δεν ήμασταν, αφού οι χωροφύλακες δε μας επέτρεπαν να πάμε στα χωράφια μας μην τυχόν και συναντηθούμε με τους αντάρτες. Τα λίγα τρόφιμα όμως που είχαμε τελείωναν. Βοήθεια δεν υπήρχε από το κράτος αφού ήμασταν σταμπαρισμένοι... Μέσα σ΄ αυτήν την τραγική κατάσταση στις 10 Μαΐου 1948 μας επέτρεψαν μαζί με άλλες τρεις οικογένειες να εγκατασταθούμε στο χωριό Πυλαία.

Ανάμεσα στη Σκύλα και τη Χάρυβδη

Μόλις 4 ημέρες πέρασαν από την επιστροφή μας στην Πυλαία. Υπήρχαν αρκετοί περιορισμοί, ίσα που μας επέτρεπαν να καλλιεργήσουμε τα χωράφια μας για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Να μην επαναλάβω το πόσο τραγικές ήταν οι συνθήκες εκείνα τα χρόνια. Ακόμη και το νερό το κουβαλούσαμε με στάμνες από πηγές που βρίσκονταν έξω από τα χωριά μας.

Ένα πρωί τμήματα της Αστυνομίας "Μπουραντάδες" έπιασαν όλα τα γύρω υψώματα της Πυλαίας. Στο νοτιοανατολικό ύψωμα έστησαν έναν ομαδικό όλμο με στόχο βολής το χωριό και ιδιαίτερα τα σπίτια των ανταρτοοικογενειών. Το πρωί άρχισαν τις βολές. Τα βλήματα έσκαγαν μέσα στις αυλές και γύρω από τα σπίτια μας, σκορπώντας πανικό. Θυμάμαι ότι ένα βλήμα έπεσε στην αυλή του παππού μας. Ευτυχώς στάθηκε τυχερός. Εμείς πανικόβλητοι μέναμε κλειδωμένοι μέσα στα σπίτια μας.

Από τη μια είχαμε τα αστυνομικά τμήματα και από την άλλη τα αντάρτικα. Οι αντάρτες έμπαιναν στο χωριό για να αρπάξουν τρόφιμα και να επιστρατεύσουν νέους μαχητές. Μετά την επιστράτευση όλων των νέων του χωριού η κατάσταση έγινε τραγική γιατί στερηθήκαμε εργατικά χέρια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμείς έπρεπε να επιβιώσουμε.

Η μάχη των Φερών και η φυγή μου

Ήταν σούρουπο της 14ης Μαΐου 1948 όταν μαζί με το φίλο μου Γαβριήλ Στεφανίδη ξεκινήσαμε όπως κάθε φορά τέτοια ώρα να πάμε στη βρύση για να ποτίσουμε τα ζώα. Την ώρα εκείνη είδαμε πλήθος ανθρώπων (περίπου 180 - 200 άτομα) α κατεβαίνει από την περιοχή της Γκαζόπετρας και να κατευθύνονται προς το χωριό. Ήταν αντάρτες.

– Πάμε να κτυπήσουμε στις Φέρες, μας είπαν.

Γύρω στις 22:00 ακούστηκαν τα πρώτα πυρά. Η μάχη των Φερών είχε ανάψει. Ξημέρωνε η 15η Μαΐου 1948, ημερομηνία που θα σημάδευε για πάντα τη ζωή μου και τη ζωή της οικογένειάς μου. Κατά τα ξημερώματα ακούστηκαν κτυπήματα στην πόρτα μας. Μπροστά μας στέκονταν δυο αρματωμένοι αντάρτες. Μας εξήγησαν ότι υπήρχαν πολλοί τραυματισμένοι μαχητές και χρειάζονταν τα κάρα μας για να τους μεταφέρουν με ασφάλεια.

Γρήγορα ζέψαμε τα ζώα και κινήσαμε προς τις Φέρες όπου ήταν το πεδίο της μάχης. Σε μια χαράδρα κείτονταν τραυματισμένοι αντάρτες βουτηγμένοι στο αίμα. Τη θλιβερή εκείνη εικόνα δεν μπόρεσα ποτέ να τη διώξω από το μυαλό μου και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Αφού φορτώσαμε στα κάρα τους τραυματίες αναχωρήσαμε για τα αντάρτικα λημέρια. Εκείνο το βράδυ επιστρατεύθηκαν με τα κάρα τους και ο Γιάννης Σαριαννίδης, Γαβριήλ Στεφανίδης οικογενειακώς καθώς και ο γέρος Νικολαΐδης (Κουταλίκη).

Από το ύψωμα της Αγίας Παρασκευής ακούγονταν ακόμη σποραδικά πυρά. Μετά από πορεία πολλών ωρών φθάσαμε σε κάτι άγνωστα βουνά. Εκεί σταθήκαμε να ξαποστάσουμε. Ξαφνικά ακούσαμε μουσική. Αντάρτες κάτω από τον ήχο της γκάιντας είχαν στήσει χορό. Έτσι τους εμψύχωναν...

Το διάλειμμα τελείωσε και πήραμε και πάλι το δρόμο. Φθάσαμε στα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα όπου περίμεναν ασθενοφόρα για να παραλάβουν τους τραυματίες. Τους μετέφεραν στο νοσοκομείο της Σόφιας. Οι μέρες περνούσαν και με τους φίλους μου συζητούσαμε πως θα φύγουμε από εκεί για να επιστρέψουμε στο χωριό μας. Όταν ετοιμαστήκαμε η Συμέλα Στεφανίδου που μας είχε ακολουθήσει εκείνο το βράδυ μαζί με τα παιδιά της (Γαβριήλ, Κώστα, Δημήτρη), μας είπε...

– Που θα πάτε, τρελαθήκατε; Αποκλείεται να γυρίσετε πίσω...

Αυτό ήταν, από εκείνη τη στιγμή χάσαμε κάθε εμπιστοσύνη στους υπεύθυνους αντάρτες.

Τις υπόλοιπες ημέρες βρισκόμασταν υπό αυστηρό έλεγχο. Περιόρισαν κάθε ελευθερία μας και έπρεπε να δίνουμε αναφορά. Μετά λίγες ημέρες περάσαμε στη Βουλγαρία. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ ότι πλέον για μας δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Άφηνα πίσω μου τη λατρεμένη μου μάνα και τα 4 πολυαγαπημένα αδέλφια μου. Άφηνα πίσω μου την πατρίδα μου. Τους αρμόδιους αντάρτες δεν τους ενδιέφερε το μεγάλο πλήγμα που επέφεραν στις οικογένειές μας.

Όπως έμαθα χρόνια αργότερα που ξανασυναντήθηκα με την οικογένειά μου στη Γερμανία, η μάνα μετά τη φυγή μου ανέβαινε κάθε ηλιοβασίλεμα στο λόφο και φώναζε το όνομά μου. Επίσης πληροφορήθηκα ότι λίγες ημέρες μετά τη "φυγή" μου τρεις αντάρτες φτάνοντας με ένα κάρο στο σπίτι μας ζήτησαν από την μάνα μου να τους ακολουθήσει οικογενειακώς στο βουνό. Η μάνα μας επέλεξε να μείνει για να μεγαλώσει τα υπόλοιπα παιδιά της στην πατρίδα. Έφυγαν από το χωριό για τις Φέρες. Και ενώ εγώ κατευθυνόμουν προς τα βόρεια της γειτονικής χώρας μαζί με άλλα 20 παιδιά επάνω σε ένα φορτηγό, η μητέρα με τα ανήλικα αδέλφια μου κατευθύνονταν νότια. Η απόσταση μεταξύ μας μεγάλωνε ακόμη πιο πολύ.

Ο έφηβος Ηρακλής στις Λαϊκές Δημοκρατίες

Ο ήλιος άραγε θα λάμψει και για μας, θα δούμε άσπρη μέρα; Θα φωνάξουμε όλοι με ευτυχία και χαρά ζήτω η λευτεριά;

Ο πρώτος σταθμός μας ήταν ο Ερυθρός Σταυρός της Βουλγαρίας. Αφού μας περιποιήθηκαν μας εγκατέστησαν σε ένα αντίσκηνο. Οι κερασιές τριγύρω είχαν ανθίσει και φέτος. Μετά παραμονή λίγων ημερών μας μετέφεραν στο Μπάνκες, προάστιο της Σόφιας. Στην πόλη εκείνη βρίσκονταν ήδη 500 περίπου ελληνόπουλα από τις περιοχές της Κομοτηνής και του νομού Έβρου. Είχαν εγκατασταθεί εκεί το Μάρτιο του 1948. Ήταν τα πρώτα παιδιά του λεγόμενου παιδομαζώματος. Για ένα περίπου μήνα μας επισκέπτονταν διάφορες γυναικείες οργανώσεις, προσπαθώντας να κάνουν τη διαβίωσή μας όσο το δυνατόν καλύτερη. Στις ομιλίες τους μας υπόσχονταν ότι γρήγορα θα επιστρέψουμε στις οικογένειές μας.

Κατόπιν μας μετέφεραν σ΄ ένα κτίριο σε σχήμα Π το οποίο λεγόταν "Τσάρεβιτς". Εν τω μεταξύ ο αριθμός των παιδιών ηλικίας 8-16 συνεχώς μεγάλωνε. Τώρα ξεπερνούσε τα 600 άτομα. Και οι ροές από την Ελλάδα συνεχώς μεγάλωναν.

Επόμενος σταθμός ήταν η πόλη Ζέμεν, κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Ήδη εκεί φιλοξενούνταν 100 παιδιά από την Κομοτηνή. Στο σταθμό αυτό επειδή τα παιδιά ήταν λιγότερα ήταν καλύτερη και η διατροφή μας και γενικότερα οι συνθήκες διαβίωσης. Τα παιδιά ήταν χωρισμένα στις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Τα ελληνικά μαθήματα ήταν ελάχιστα, μόνο ανάγνωση και λίγη αριθμητική. Οι δασκάλες μας ήταν μαθήτριες της Α΄ και Β΄ τάξης γυμνασίου. Τα περισσότερα παιδιά επειδή προέρχονταν από περιοχές της υπαίθρου ήταν αναλφάβητα. Οι καθοδηγητές μας στο σταθμό ήταν, ένας Βούλγαρος διευθυντής, ένας διαχειριστής, ένας γιατρός, δυο νοσοκόμες, ένας Έλληνας διευθυντής και τρεις Ελληνίδες "δασκάλες" (μαθήτριες γυμνασίου).

Κάθε μεσημέρι την ώρα του φαγητού, έπρεπε όλοι να σταθούμε όρθιοι φωνάζοντας...

– Με το Μάρκο, Ζαχαριάδη, Στάλιν, Δημητρόφ εμπρός!!!

Μετά κάποιο διάστημα η παρέα μου που αποτελούνταν από οκτώ άτομα και εγώ, αποφασίσαμε να δραπετεύσουμε. Όμως η απόπειρα εκείνη δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1948 έφθασαν δυο Έλληνες, "συναγωνιστές", έτσι τους αποκαλούσαμε τότε. Έργο τους ήταν να πάρουν 10 μεγάλα παιδιά ηλικίας 13-16 ετών. Ανάμεσα στα παιδιά ήμουν και εγώ. Μετά από πολύωρο ταξίδι φθάσαμε στην πόλη Μπερκόβιτσα, 120 χιλ. ΒΔ της Σόφιας. Εξω από την πόλη υπήρχε ένας μεγάλος στρατώνας που είχαν δημιουργήσει Βούλγαροι με Έλληνες πρόσφυγες. Ο αριθμός των φιλοξενουμένων έφθανε τις 5.000 άνδρες και γυναίκες. Στο στρατόπεδο εκείνο αφού αποθεραπεύονταν οι αντάρτες ετοιμάζονταν για το μέτωπο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Μέσω Γιουγκοσλαβίας έφθαναν στην περιοχή των Πρεσπών της Δυτικής Μακεδονίας, όπου ήταν τα κύρια μέτωπα του Δ.Σ.Ε. στο Βίτσι και Γράμμο ή μέσω Βουλγαρίας έφταναν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα της Ροδόπης.

Μετά από κάποιο διάστημα μας μετέφεραν με άλλα 800 ελληνόπουλα στην πόλη Κάρλοβο, όπου ζήσαμε περίπου ένα μήνα. Εν συνεχεία βρεθήκαμε και πάλι στην πόλη Μπερκόβιτσα. Στο σταθμό ήμασταν γύρω στα 200 άτομα. Εκεί συνάντησα αρκετούς γνωστούς και συγγενείς.

Οι αναμνήσεις του έφηβου Εβρίτη είναι χειμαρρώδεις. Ταξιδεύει στην επιστράτευση των εφήβων από το Δημοκρατικό Στρατό για να πολεμήσουν εναντίον ενός εχθρού πολύ πιο ισχυρού και όπως λέει ο ίδιος "ήταν μια εγκληματική πράξη αυτή".

Ένας "συναγωνιστής" ο Πορφυρογέννης, σε μια επαναστατική ομιλία του στο στρατόπεδο προσπάθησε να μας εμψυχώσει, παιδιά εμείς ηλικίας 13-16 ετών, για να πολεμήσουμε τον εχθρό στο πλευρό τους. Ήδη βρισκόμασταν στο 1949 και φαίνεται πως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για το Δ.Σ.Ε.

Στις αναμνήσεις του ο έφηβος τότε Ηρακλής καταγράφει τη συμμετοχή του στις εχθροπραξίες στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και στις Πρέσπες. Άγιος Γερμανός, Λαιμός... Καταγράφει τους βομβαρδισμούς από την αεροπορία, τις δύσκολες συνθήκες διαμονής τους, ακόμη και η διανομή φαγητού έπρεπε να γίνεται μέσα σε χαράδρες.

- Τις πρώτες ημέρες των βομβαρδισμών μας έπιανε πανικός. Ιδίως τις μικρές κοπέλες που πανικόβλητες εγκατέλειπαν όπλο και σακίδια και έτρεχαν να κρυφτούν. Οι αξιωματικοί πυροβολούσαν επάνω από τα κεφάλια τους βρίζοντας, για να τις ακινητοποιήσουν. Οι "Γαλατάδες" και οι "Βαρελάδες" είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος για εμάς τους ανήλικους. Στον Άγιο Γερμανό και στο Λαιμό γνωρίσαμε και τις ωρολογιακές βόμβες. Είναι απερίγραπτες οι στιγμές που βιώσαμε σε εκείνα τα βουνά.

Το Μάιο του 1949 μας μετέφεραν στα βουνά Μάλι - Μάδι κοντά στο περίφημο Βίτσι. Η καθημερινότητά μας περιελάμβανε πεζοπορία με τα διάφορα εξαρτήματά μας βάρους 10 κιλών, για να είμαστε ετοιμοπόλεμοι. Επειδή ήμουν μικροκαμωμένος το όπλο μου ακουμπούσε στο έδαφος. Τα νυχοπόδαρά μας ήταν συνεχώς πληγωμένα. Στην απέναντι βουνοπλαγιά "Κούλα" βρισκόταν ο εθνικός στρατός, βομβαρδίζοντας συνεχώς προς τη δική μας πλευρά.

Δε θα ξεχάσω τις μέρες του Πάσχα. Ήταν πολύ δύσκολες για εμάς. Ο διοικητής μας (ταξίαρχος Λασσάνης) μας μοίρασε από ένα τέταρτο του αυγού λέγοντας "μπορεί να μην είναι κόκκινα αλλά να πούμε Χριστός Ανέστη". Εκείνη την τραγική εικόνα την κάναμε και τραγουδάκι:

«Πάνω στης Μακεδονίας τα βουνά, Μάιος 1949, οι νύχτες είναι ακόμη παγερές. Σήμαντρα χτυπούνε συχνά, σημαίνουν Πασχαλιά. Κόκκινα αυγά επάνω στα βουνά δεν έχουμε πολλά, πάρτε από μια μπουκιά, Χριστός Ανέστη ρε παιδιά».

Μετά τόσους μήνες δεν είχα καταφέρει να συναντήσω τον πατέρα μου. Κάποτε μας είπαν ότι μπορούσαμε να στείλουμε ένα γράμμα όσοι είχαμε γονείς στο Δημοκρατικό Στρατό. Όπως μας εξήγησαν θα τα παρέδιδαν οι υπεύθυνοι στους οικείους μας. Πράγματι έγραψα και εγώ στον πατέρα μου χωρίς όμως να πάρω ποτέ απάντηση. Όταν χρόνια αργότερα συναντηθήκαμε και τον ρώτησα εάν έλαβε το γράμμα μου, η απάντησή του ήταν: «Ο πατέρας πρόκοψε σ΄ αυτό το κίνημα, τώρα ήρθε η σειρά και το ανήλικο παιδί να πολεμήσει και να σκοτωθεί...».

Οι μέρες της μεγάλης αναμέτρησης πλησίαζαν. Έτσι το Μάιο του 1949 βρεθήκαμε να στήνουμε πολυβολεία και να σκάβουμε χαρακώματα στις ψηλές βουνοκορφές του περιβόητου Μάλι - Μάδι. Το χιόνι δεν είχε λιώσει ακόμη και οι νύχτες ήταν παγερές.

Ο αφοπλισμός μας και το πέρασμα στην Αλβανία

Κάποτε ήρθε η στιγμή να μας αφοπλίσουν επειδή ήμασταν ανήλικοι. Όπως μας ανακοινώθηκε θα επιστρέφαμε στις Λαϊκές Δημοκρατίες όπου θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε το σχολείο και τις σπουδές μας. Περνώντας όμως μπροστά από την επιτροπή για να μας καταγράψει αντιληφθήκαμε μια αντιφατική συμπεριφορά εκ μέρους της. Προσπαθούσαν να μας πείσουν να μείνουμε στο βουνό ως εθελοντές για να πολεμήσουμε μαζί τους. Ακούγαμε σχόλια όπως: Που θα πάτε, να τρώτε και να πίνετε από τα έτοιμα, δε ντρέπεστε, μαντράχαλοι, χαραμοφάηδες και άλλα τέτοια. Ορισμένοι έμειναν. Μεταξύ αυτών και ο συγχωριανός μου Γαβριήλ Στεφανίδης, για να εκδικηθεί όπως είπε το θάνατο του πατέρα του και του αδελφού του.

Πολλά ανήλικα παιδιά που έμειναν στο βουνό σκοτώθηκαν στις μάχες που ακολούθησαν. Τους υπόλοιπους, γύρω στα 50 άτομα μας μετέφεραν στο Λαιμό των Πρεσπών. Μετά παραμονή ολίγων ημερών στις αρχές Ιουνίου του 1949 μας μετέφεραν με φορτηγά στα αλβανικά σύνορα. Εκεί μας παρέλαβαν Αλβανοί οδηγοί και μας μετέφεραν στην πόλη Σκόδρα, στα βόρεια της Αλβανίας. Στο σταθμό που πήγαμε ήδη υπήρχαν 250 Ελληνόπουλα μικρότερης ηλικίας. Μας υποδέχθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό βλέποντας και τις αντάρτικες στολές μας. Η γενική κατάσταση του σταθμού, σε σύγκριση με αυτούς που γνωρίσαμε στη Βουλγαρία, βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο.

Σ΄ εκείνον το σταθμό, εμείς τα μεγαλύτερα παιδιά καταφέραμε και φτιάξαμε μια μικρή μουσική ομάδα. Εγώ κατασκεύασα μια λύρα (είχα μάθει από τον πατέρα μου όταν ζούσαμε ακόμη στο χωριό ,να κατασκευάζω και να παίζω). Ένας άλλος φίλος από τα Αμπελάκια του Έβρου κατασκεύασε από σωλήνα μια φλογέρα. Εμπλουτίσαμε και το ρεπερτόριό μας και ψυχαγωγούσαμε το σταθμό.

Ο Ηρακλής στη μέση

Η παραπάνω φωτογραφία είναι τραβηγμένη κατά την ολιγοήμερη παραμονή τους στα Τίρανα. Είναι το μοναδικό στοιχείο που συνδέει τον Ηρακλή με το βουνό και την παραμονή τους στην Αλβανία.

Στις 25 Ιουνίου 1949 αναχωρήσαμε αεροπορικώς για τη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας. Εκείνη την περίοδο οι σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με τις υπόλοιπες Λαϊκές Δημοκρατίες είχαν "παγώσει" οπότε δεν υπήρχε δυνατότητα να ταξιδέψουμε οδικώς. Τα παμπάλαια αεροπλάνα της Αλβανίας αναγκάστηκαν να κάνουν πολλές πτήσεις προκειμένου να μεταφέρουν από όλη τη χώρα γύρω στα 350 παιδιά. Από τη Σκόδρα μας μετέφεραν στα Τίρανα όπου μείναμε για λίγες ημέρες και στη συνέχεια πετάξαμε για Βουδαπέστη.

Ο Ηρακλής στη Βουδαπέστη

Στην πόλη αυτή μείναμε ολόκληρο τον Ιούλιο σε ένα δημοτικό σχολείο. Μας απαγόρευαν την έξοδο και οποιαδήποτε επαφή με Ούγγρους πολίτες. Η μόνη μας διασκέδαση ήταν η λύρα και η φλογέρα. Τα βράδια παίζαμε στον αύλειο χώρο του σχολείου ενώ Ούγγροι μας "καμάρωναν με περιέργεια" σκαρφαλωμένοι στα κάγκελα.

Επιτέλους πληροφορηθήκαμε τον τελικό προορισμό μας. Ήταν η Ανατολική Γερμανία. Το ημερολόγιο έδειχνε 1 Αυγούστου 1949. Όμως κάποια άλλα παιδιά θα τα μετέφεραν στην Πολωνία. Μεταξύ αυτών και το φίλο μου Πασχαλίδη Δημήτρη, στον οποίον χάρισα τη λύρα που είχα φτιάξει. Οι στιγμές του αποχωρισμού ήταν δύσκολες. Έκτοτε δεν τον ξαναείδα.

Με ειδικό τρένο φθάσαμε στην Ανατολική Γερμανία. Στη Δρέσδη η υποδοχή που μας επιφύλαξαν δεν περιγράφεται. Φιλαρμονικές, ανθοδέσμες, αγκαλιές, λες και μας γνώριζαν χρόνια. Ολόκληρη η πόλη ήταν σημαιοστολισμένη. Παντού υπήρχαν συνθήματα στην ελληνική γλώσσα: Καλώς ήρθατε στη χώρα μας!!! Ήμασταν η πρώτη αποστολή παιδιών Ελλήνων αγωνιστών της Δημοκρατίας στη χώρα. Οι συμπεριφορές που βλέπαμε τις επόμενες ημέρες ήταν τελείως διαφορετικές από αυτές που βιώσαμε από τους Γερμανούς κατακτητές στην Ελλάδα.

Υποδοχή Ελληνόπουλων στην Ανατολική Γερμανία 4/8/1949

Εμάς μας βάφτισαν τα παιδιά του Μάρκου. Επίσης οι συνθήκες διαβίωσης και εκπαίδευσης ήταν τελείως διαφορετικές από τις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες που έτυχε να ζήσουμε.

Εκεί μάθαμε ότι ο εμφύλιος έληξε στην Ελλάδα.

Η πορεία του μικρού μας ήρωα

Ο Ηρακλής σε σχολείο της Ανατολικής Γερμανίας το 1949

Ο μικρός Ηρακλής ακολούθησε πλέον το δρόμο που του χάραξαν. Εκπαίδευση, καλλιτεχνικές ανησυχίες, ποδόσφαιρο, πανεπιστήμιο, καριέρα, γάμος, παιδιά.


Όταν το επέτρεψαν οι συνθήκες κατάφερε να συναντηθεί με τα αδέλφια του, τα οποία είχε αφήσει πίσω του παιδάκια, καθώς και τη μητέρα του. Επίσης συναντήθηκε και με τον πατέρα του. Στην αρχή συνάντησε δυσκολίες, ο "γιος του αριστερού αντάρτη" τον κατεδίωκε για αρκετό διάστημα, όπως εξάλλου και τα υπόλοιπα αδέλφια του.

Τώρα όμως μπορούσε να ταξιδεύει ελεύθερος και στην Ελλάδα. Μετά 28 χρόνια μπόρεσε να πατήσει το πόδι του στην Αλεξανδρούπολη. Η υποδοχή που του επεφύλαξαν οι συγγενείς θα του μείνει αξέχαστη. Από το αεροδρόμιο με Ι.Χ. τον συνόδεψαν έως τη Νέα Χηλή. Εκεί έμεναν τώρα τα αδέλφια και η αγαπημένη του μάνα.

Ο κ. Ηρακλής έζησε το γκρέμισμα του τείχους του Βερολίνου και την επανένωση της Γερμανίας. Σήμερα, 80 και πλέον χρόνων συνεχίζει να ζει στην ενωμένη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Αξιώθηκε να κλείσει τα μάτια της πολυαγαπημένης του μάνας και να τη συνοδέψει στην τελευταία της κατοικία στο κοιμητήριο της Νέας Χηλής. Η αγωνίστρια Πόντια μάνα έγραψε το δικό της φινάλε. Ο πατέρας του πέθανε στην πόλη Βραΐλα της Ρουμανίας όπου ζούσε.

Μετά από 70 περίπου χρόνια θέλησε να καταγράψει την Οδύσσειά του, παρακαταθήκη για τη νέα γενιά της ευρύτερης οικογένειάς του.

Ευχαριστώ τον κ. Ηρακλή Σαριαννίδη που μου επέτρεψε να κοινοποιήσω στιγμές από την πολυτάραχη ζωή του. Είναι τόσες πολλές που δε χωράνε στις λίγες κόλες χαρτιού...

Υ.Γ. Μέσα από το βιβλίο μας για τις Παιδοπόλεις της Σύρου, όπου φιλοξενήθηκαν εκατοντάδες παιδιά από τον Έβρο, είχα γνωρίσει τελευταία αρκετά "παιδιά" να μου αφηγούνται χαρούμενες και ξέγνοιαστες στιγμές που έζησαν εκεί, μακριά από τον αδελφοκτόνο πόλεμο και τη φτώχεια. Μέσα από τον κ. Ηρακλή γνώρισα και τις δυο πλευρές του μεσονυκτίου...

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!

Ουρανία Πανταζίδου
Υποπλοίαρχος Π.Ν. (ε.α)
[post_ads]

ΣΧΟΛΙΑ

Μπορείτε να σχολιάσετε μέσω Facebook ή Blogger (Google) επιλέγοντας την αντίστοιχη καρτέλα από πάνω

[ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ]$type=three$count=3$meta=0$snip=0$cate=0$rm=0$va=0

[ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ]$type=ticker$hide=mobile$count=12$cate=0$va=0

[ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ]$type=ticker$show=page$hide=mobile$count=12$cate=0$va=0

$hide=mobile

Όνομα

Αγγελίες,3,Αγροτικά,381,Αγωγοί,110,Αθλητικά,1668,Αλεξανδρούπολη,3979,Άμυνα,174,ΑΝΕΛ,55,Απεργίες,104,Άρθρα - Απόψεις,2354,Αστυνομικά,455,Αυτοδιοίκηση,1492,Αυτοδιοικητικές Εκλογές,472,Αφιερώματα,217,Βαλκάνια,23,Βουλευτικές Εκλογές,375,Γελοιογραφίες,6,Γενικά,25,ΔΗΜΑΡ,20,Δημόσια Έργα,52,Δημόσιο,41,Διαδίκτυο,159,Διαμαρτυρίες,89,Διασκέδαση,38,Διδυμότειχο,245,Δράμα,58,Έβρος,11243,Εθελοντισμός,149,Εκδηλώσεις,1711,Εκκλησία,671,Εκπαίδευση,736,Ελλάδα,744,Ελληνισμός,23,Ελληνοτουρκικά,331,Ενέργεια,24,Επιστήμες,13,Επιχειρήσεις,449,Εργασία,6,Εργασιακά,168,Ερευνα αγοράς,10,Ευρωεκλογές,16,Ευρώπη,86,Ζωή και Υγεία,229,Θράκη,165,Ιστορία,113,Καβάλα,107,Καιρός,24,Καταγγελίες,70,Καταναλωτικά,169,ΚΙΔΗΣΟ,9,ΚΙΝΑΛ,2,ΚΚΕ,241,Κοινωνία,52,Κοινωνική Προσφορά,158,Κόσμος,473,ΛΑΕ,8,ΛΑΟΣ,19,Μειονότητα,19,Μεταναστευτικό,105,Μουσική,162,ΝΔ,410,Ξάνθη,95,Οικολογία,236,Οικονομία,475,Ορεστιάδα,636,Πανταζίδου,51,ΠΑΣΟΚ,252,Περιβάλλον,207,Περίεργα,9,Περιφέρεια ΑΜ-Θ,2354,Πολιτική,1015,Πολιτισμός,147,ΠΟΤΑΜΙ,22,Πρόσωπα,79,Προτεινόμενο,3,Πρώτο Θέμα,3745,Πρωτοσέλιδο,1,Ροδόπη,164,Σαμοθράκη,443,Σάτιρα,62,Σουφλί,218,Συγκοινωνίες,242,Σύλλογοι,246,Συνέδρια,105,ΣΥΡΙΖΑ,280,Σχολείο,9,Τέχνες,114,Τεχνολογία,43,Τουρισμός,203,Τρίγωνο,30,Τυχερό,21,Υγεία,539,Φέρες,190,Χηλή,26,Χρυσή Αυγή,8,Lifestyle,8,Media,291,Showbiz,20,
ltr
item
Alexandroupoli Online: Η Οδύσσεια ενός 13χρονου Εβρίτη τα χρόνια του Εμφυλίου
Η Οδύσσεια ενός 13χρονου Εβρίτη τα χρόνια του Εμφυλίου
Στον Έβρο, όπως σε όλη την Ελλάδα, ο λαός οργανώθηκε για να πολεμήσει τον κατακτητή, έτσι και ο πατέρας του μικρού Ηρακλή βρέθηκε στην αντίσταση. Μια τρομερή Οδύσσεια μόλις ξεκινούσε για τον ίδιο και την οικογένειά του...
https://4.bp.blogspot.com/-_13AKrvHz5k/WyLw-ASSLnI/AAAAAAACEgI/cS0NG2d2Xf8Al-uVLliCppXz-DDGMN5GgCLcBGAs/s1600/252623.jpg
https://4.bp.blogspot.com/-_13AKrvHz5k/WyLw-ASSLnI/AAAAAAACEgI/cS0NG2d2Xf8Al-uVLliCppXz-DDGMN5GgCLcBGAs/s72-c/252623.jpg
Alexandroupoli Online
https://www.alexpolisonline.com/2018/06/13.html
https://www.alexpolisonline.com/
https://www.alexpolisonline.com/
https://www.alexpolisonline.com/2018/06/13.html
true
1602981175067084807
UTF-8
Loaded All Posts Δεν βρέθηκαν αναρτήσεις ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ Περισσότερα ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗ Από Αρχική ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΡΘΡΑ Δείτε περισσότερα ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ ΕΤΙΚΕΤΑ ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα. Να βάζετε τόνους στις λέξεις για καλύτερα αποτελέσματα. Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα Κυριακή Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο Κυρ Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Ιανουαρίου Φεβρουαρίου Μαρτίου Απριλίου Μαΐου Ιουνίου Ιουλίου Αυγούστου Σεπτεμβρίου Οκτωβρίου Νοεμβρίου Δεκεμβρίου Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαϊ Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ μόλις τώρα πριν 1 λεπτό πριν $$1$$ λεπτά πριν 1 ώρα πριν $$1$$ ώρες Χθες πριν $$1$$ μέρες πριν $$1$$ εβδομάδες σχολίασε Followers Follow THIS PREMIUM CONTENT IS LOCKED STEP 1: Share. STEP 2: Click the link you shared to unlock Copy All Code Select All Code All codes were copied to your clipboard Can not copy the codes / texts, please press [CTRL]+[C] (or CMD+C with Mac) to copy