Η ονομασία της περιοχής μας που έδωσε το πρώτο όνομα στην Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να προέρχεται από κάποιον δερβίση ή ερημίτη...
του Γεωργίου Αλεπάκου
H οθωμανική ονομασία της περιοχής, όπου εγκαταστάθηκε, από την εταιρία των Ανατολικών Σιδηροδρόμων, ο πρώτος οικισμός που μετεξελίχθηκε στην σημερινή Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς ή Dedeagac ή Dedeaghadje ή Dedeagh ή Dédéagatch), πρέπει να προέρχεται από το δάσος των γηραιών δρυών που υπήρχαν στην περιοχή. Dedeagac στα τουρκικά σημαίνει κατά ακριβολογία «παπόδεντρο», όρο που χρησιμοποίησε και ο Ίων Δραγούμης όταν υπηρέτησε Πρόξενος στο Δεδέαγατς.
Ασχέτως του γεγονότος ότι στην ευρύτερη περιοχή υπήρξαν κατά το παρελθόν τεκέδες δερβίσηδων και όλη η περιοχή ήταν ιερή και η γη ανήκε σε βακούφι του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Βελή Χαν (Veli II Beyazit) δεν αποδεικνύεται ιστορικά η σύνδεση της ονομασίας με κάποιο Δερβίση παρά μόνο στη σφαίρα του θρύλου.
Είναι γνωστό ότι στην κατάκτηση της Θράκης από του Οθωμανούς συνετέλεσαν και οι δερβίσηδες του τάγματος των Μπεκτασήδων (Bektaşi) που ήταν για το Ισλάμ ότι οι Ναΐτες ιππότες για τη Δύση. Αυτοί καταλάμβαναν για τον Σουλτάνο χριστιανικές περιοχές και σε ανταμοιβή των υπηρεσιών τους έπαιρναν από το Σουλτάνο γη, όπου κατασκεύαζαν ξενώνα και συνέχιζαν τη μυστικιστική ζωή τους με αγροτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Απαραίτητη προϋπόθεση για να διατηρήσουν το βακούφι που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος ήταν να παρέχουν φροντίδα στους διερχόμενους. Ένα τέτοιο μοναστήρι (τεκές) υπήρχε πάνω στο λόφο των Λουτρών Τραϊανούπολης, όπου από τον Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Çelebi) το διάσημο αυτό Οθωμανό περιηγητή του 17ου αιώνα, που γύρω στα 1667 πέρασε από την περιοχή, μαθαίνουμε ότι βρήκε εκεί δερβίσηδες γυμνοπόδαρους που ζούσαν σαν ερημίτες. Επίσης υπήρχε και ο τεκές της Μάκρης.
Όπως όμως μας λέει ο Ευστράτιος Ζεγκίνης «Από τους τεκκέδες που είχαν ιδρυθεί στη Θράκη οι περισσότεροι έχουν καταστραφεί κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839). Ο σουλτάνος αυτός με φερμάνι που εξέδωσε το 1826 διέταξε την κατάργηση του Σώματος των Γενιτσάρων και ταυτόχρονα και την κατάργηση του μπεκτασικού τάγματος. Με βάση το διάταγμα αυτό δημεύτηκαν τα περιουσιακά στοιχεία των τεκκέδων, εκτοπίστηκαν πολλοί σεΐχηδες και σε πολλές περιπτώσεις κατεδαφίστηκαν ολοτελώς οι τεκέδες. Η ενέργεια αυτή του σουλτάνου Μαχμούτ έγινε αιτία να εξαφανισθούν ή να παραμεληθούν πολλοί τεκέδες των Μπεκτασήδων στο χώρο της Θράκης».
Ο Αχιλλέας Σαμοθράκης το 1897, υπό το ψευδώνυμο Σαρπηδών, μας λέει για τον υποτιθέμενο αυτό Δερβίση τα εξής: «Λέγεται ότι εις ο μέρος υψούται νυν ο φάρος υπό γηραιάν δρυν εμόναζεν Οθωμανός ερημίτης, εις ον οφείλεται και η ονομασία της πόλεως, δένδρον του ερημίτου. Δάσος μέγα εξετείνετο μέχρι της αξένου ακτής ενθα σήμερον η πόλις κρυσφήγετον διαβοήτου ληστείας, ης τα φοβερά άθλα διασώζονται ως απαίσια παράδοσις. Πόσον άγριος ήν ο τόπος. Μόνον ο ερημίτης ηδύνατο να κατοικήσει εκεί εντρυφών εν τη αγριότητι του τόπου και απολαύων της βροντοφώνου μουσικής των επι της ακτής θραυομένων λυσσαλέων του νώτου κυμάτων. Και μόνο η σκληρά δρυς περιφρονούσα πάντα ανθρώπινον φόβον ην η σιωπηλή σύντροφος του θεολήπτου αυτού ανθρώπου».
Ο Άγγελος Ποιμενίδης περιπλέκει λίγο τα πράγματα αναφορικά με το θρύλο του Ντεντέ: «Πολύ αφελείς επίσης είναι εκείνοι πού λένε ότι ο Ντεντές με το καντήλι που έκαιγε κάτω από μια βελανιδιά, πολύ το πρόφτασαν και το 1920 να καίει στην βελανιδιά πού βρισκόταν ακόμα μπροστά στο παραλιακό κέντρο "Κύπρος" - στην θέση του κινηματογράφου ΕΒΡΟΣ του κατεδαφίστηκε - ήταν ό κράχτης των οικιστών του Ντεντέ-Αγάτς. Ο Ντεντές ήταν ένας ερημίτης από τoυς πολλούς πού υπήρχαν τότε στους δύο Τεκέδες, της Μάκρης και του Λουτρού, για τους οποίους πολλά λέγει o περιηγητής Eβλιγιά Τσελεμπή. Διάλεξε τη ρωμαντική τότε τοποθεσία, πού κατέχει σήμερα η πόλις μας και πού, να προσθέσετε ακόμα, τότε είχε άφθονα νερά, όπως φαίνεται και στην τοποθεσία "Μάννα του Νερού". Αυτό το νερό, άλλωστε, που με άντληση θα διοχετεύεται στην πόλη, δεν είναι πολλά χρόνια πού το θυμούμαστε ότι έτρεχε σαν ποτάμι από φυσική πηγή. Τέτοιες πηγές πολλές θα είχε τότε όταν το λεκανοπέδιο μας ήταν απέραντο δάσος πού έφτανε ως τα κράσπεδα της θάλασσας.Ο Ντεντές αυτός του Τεκέ της Μάκρης ή των Λουτρών-Λίτζα, Φερών, Τραϊανουπόλεως όπως μπερδεμένα λέγονται - ίσως να ήταν σταλμένος από τον προϊστάμενο του αυτού για να βοηθεί τυχόν ναυαγούς γιατί ή θάλασσά μας εδω είναι πολύ άγρια και πολλά ναυάγια σημειώθηκαν και το φανάρι του γι' αυτόν το σκοπό το έκαιγε, για να οδηγούνται οι ναυαγοί κατά τις εωσφορικές νύχτες της μανιασμένης νοτιάς, προς αυτόν και απ' αυτόν ή άλλους βοηθούς του, πρός τούς Τεκέδες, πού ήταν ξενώνες φιλόξενοι των οδοιπόρων ή των καραβανιών, που απ΄εδω περνούσαν ακολουθώντας την Εγνατία οδό».
Τελευταία υποστηρίχθηκε η άποψη ότι λύθηκε το ζήτημα της προέλευσης της ονομασίας ότι δηλαδή τελικά οφείλεται στον Δερβίση που είναι θαμμένος στην παραλία στο ύψος περίπου του σημερινού Νομαρχείου βάσει φωτογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα που δήθεν δείχνει και τον τάφο αυτό. Πέραν του ότι δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία πράγματι τάφος ή κάποιο πηγάδι, η άποψη αυτή δεν μπορεί να αιτιολογήσει πως και δεν υπάρχει καμιά γραπτή μαρτυρία τόσο ελληνική, ή τουρκική ή ευρωπαϊκή που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη αυτού του τάφου.
Τον Αύγουστο του 1470 πέρασε από την περιοχή μας ο Ενετός Τζοβάν Μαρία Αντζολέλλο, αιχμάλωτος μαζί με άλλους ύστερα από την Άλωση της Χαλκίδας (τότε Νεγρεπόντε) ακολουθώντας τον στρατό του Μωάμεθ του Πορθητή, που επέστρεφε στην Κωνσταντινούπολη. Στο βιβλίο που έγραψε όταν μετά από πολλά χρόνια γύρισε στην πατρίδα του με τίτλο “Viaggio di Negroponte” αφηγείται την περίοδο της ζωής του δίπλα στον Πορθητή. Ερχόμενος λοιπόν από την Χαλκίδα, το στράτευμα όταν άφησε πίσω την πόλη της Κομοτηνής, και διασχίζοντας τον κάμπο, μπήκε στο Παπίκιον όρος. Αυτό το όρος, και ειδικά το τμήμα του που βρίσκεται μεταξύ Βήρας (σημερινές Φέρες) και Κομοτηνής, ονομαζόταν «Βουνά Θεού» και στα τουρκικά «Tanri Dagi», «Despot Dagi» ή «Tanri verdi» και στα βουλγαρικά «Despotska planina» λόγω του ότι υπήρξε από τον 11ο έως και τον 14ο αιώνα σημαντικό μοναστικό κέντρο. «Ο Αντζολέλλο», λέει ο Γ.Σ Βογιατζής, «φαίνεται ότι από όλα τα παραπάνω ονόματα προτίμησε ή άκουσε το πιο παραστατικό, δηλαδή το "Tanri verdi" (Το έδωσε ο Θεός), για να το μεταφράσει στη συνέχεια κατά τη συνήθειά του στα ιταλικά, αποδίδοντάς το ως "Ντέντιο", που προφανώς σημαίνει "Από το Θεό" (de Dio), εκτός κι αν το πρώτο συνθετικό "Ντε" το συσχετίσουμε με τη λατινική λέξη do (= δίνω, "έδωσε", τουρκ. "verdi"), φθάνοντας έτσι ακόμη πιο κοντά στην κατά λέξη μετάφραση του "Tanri verdi"». Αν και στο κείμενο δεν αναφέρεται ακριβής τοποθεσία που στρατοπέδευσε ο Μεχμέτ, ο Γ.Σ. Βογιατζής υποθέτει ότι τα οθωμανικά στρατεύματα θα πρέπει να στρατοπέδευσαν στην περιοχή της σημερινής Κίρκης, για να συνεχίσουν την επομένη το ταξίδι τους προς το Διδυμότειχο.
Εδώ βρισκόταν και το Σουλτανικό πάρκο που περιγράφει δύο αιώνες μετά στο δεκάτομο έργο, το «Seyahatname» (Βιβλίο των ταξιδίων) ο Εβλιγιά Τσελεμπή: «Πρόκειται για ένα τεράστιο δάσος που σκεπάζει μια ολόκληρη οροσειρά του Αίμου. Αγέλες από σαράντα χιλιάδες κέλητες, φοράδες και ατίθασα πουλάρια ξεχειμωνιάζουν στις πλαγιές του». Επίσης μας πληροφορεί ότι όλη η περιοχή ανήκε στον Καζά των Φερών από τον οποίο αποσπάσθηκε το “βοεβοδελίκ” της Μάκρης και ήταν Σουλτανικό Βακούφι του Βαγιαζήτ Βελή Χαν (Veli II Beyazit).
Στη Γεωγραφία του Μελετίου ήδη από το 1728 διαβάζουμε για την περιοχή: «Πέραν του Έβρου ποταμού είναι η Βερροία, κοινώς λεγόμενη Φέρε, είτα η Τραιανούπολις, περί ής είρηται. Μετά την Φέρε, απερνώντας τα όρη, άτινα υπό των πολλών “Θεού Βουνά” λέγονται, ευρίσκομεν κατά την λεωφόρον οδόν, Κωμόπολιν τινά, Σαψιά λεγομένην, εις την οποίαν κατασκευάζουσι την στυπτηρία, είτα κατά την αυτήν οδόν προς τον Νέσον ποταμόν. Οδεύοντες, την Κιμουρτζίνα, πόλιν μετρίαν».
Στις απαρχές της δημιουργίας της, επισκέφτηκε την πόλη μας o Adolf Werthner (18 July 1828 - 26 January 1906) δημοσιογράφος και ιδρυτής της αυστριακής εφημερίδας Neue Freie Presse ο οποίος δημοσίευσε σε συνέχειες το 1874 στην εφημερίδα του, με τον τίτλο «Θρακικοί Σιδηρόδρομοι» το ταξίδι του με το τραίνο στην καινούργια σιδηροδρομική γραμμή επισκεπτόμενος την Φιλιππούπολη, την Αδριανούπολη, το Δεδέαγατς και τέλος την Κωνσταντινούπολη. Γράφει λοιπόν για τα γύρω περίχωρα του Δεδέαγατς: «Στα ψηλώματα των βόρειων ακτών, κοντά στην μελλοντική πόλη, όπου τώρα εξαπλώνονται υπέροχα δάση, βρισκόταν ένας αρχαίος ελληνικός οικισμός, ίσως μια φορά κι έναν καιρό, ο Ίσμαρος, το φρούριο των Κικόνων, στο οποίο επιτέθηκε ο Οδυσσέας ή τα πιο ιστορικά Τέμπηρα. Εν πάση περιπτώσει, όπως υπονοεί το όνομά του, ένα ελληνικό μέρος που δεν υπάρχει πιά. Και πάλι πίσω στα ανατολικά, τοποθετημένα στις ανατολικές υπώρειες των οροσειρών, θα βρείτε τα ερείπια της Τραϊανούπολης. Αν κάποιος ψάξει στο δάσος, μπορεί κανείς να βρει ακόμα το οδόστρωμα και το πεζοδρόμιο του παλιού ρωμαϊκού δρόμου, της Egnatia, που εκείνη την εποχή, καθώς δημιουργήθηκε ο σιδηρόδρομος, κυριολεκτικά σχεδόν εξαφανίστηκε. Είναι ένα ξέφωτο σε αυτά τα δάση, σε απόσταση λίγα βήματα από αυτόν τον ρωμαϊκό δρόμο, ο νέος σιδηρόδρομος και η καταθλιπτική άθλια προηγούμενη διαδρομή της τουρκικής κυβέρνησης δίπλα-δίπλα».
Στα τέλη του 19ου αιώνα ήρθε στην πόλη μας ο Henry Fanshawe Tozer (1829-1916) Άγγλος συγγραφέας, καθηγητής και ταξιδευτής. Στο βιβλίο του που εξέδωσε στα 1890 με τίτλο: «ISLANDS OF THE AEGEAN» γράφει σχετικά: «Το χωριό του Dede-agatch είναι εξ ολοκλήρου ένα δημιούργημα της σιδηροδρομικής γραμμής, μέχρι να επιλεγεί το σημείο ως τερματικός σταθμός δεν υπήρχε ούτε ένα απλό σπίτι και έχει τον αδιάφορο χαρακτήρα όλων αυτών των τόπων της αιφνίδιας ανάπτυξης. Στο πίσω μέρος μια πεδιάδα, τρία περίπου μίλια σε πλάτος, φτάνει στους πρόποδες των βουνών, που είναι ένα παρακλάδι από το Despoto Dagh ή της Ροδόπης».
Η ονομασία λοιπόν της περιοχής μας που έδωσε το πρώτο όνομα στην πόλη μας δεν μπορεί να προέρχεται από κάποιο Δερβίση του οποίου ο τάφος όχι μόνο υπήρχε στο σημείο που ανεγέρθηκε ο πρώτος οικισμός του Δεδέαγατς αλλά συντηρούνταν κιόλας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα αν και ήδη από το 1826 έχουν απαγορευθεί και καταστραφεί οι τεκέδες των δερβίσηδων. Συνεπώς πιο πιθανή παραμένει η εξήγηση να προέρχεται η ονομασία από το δάσος των γηραιών δρυών ή ενδεχομένως από παραφθορά των λέξεων Despot Dagi Agatch, δηλαδή το Δάσος του Θεού ή Ιερό Δάσος.
Υ.Γ. Ο Αντώνης Τερζής στο βιβλίο του «Αλεξανδρούπολη: Ιστορικά ανάλεκτα» που εξέδωσε το 2004 έγραψε το εξής για την ίδρυση της πόλης μας: «Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μια πόλη Βαβέλ γεννήθηκε στον έρημο δρυότοπο των Ορφικών δρυάδων».
Γεώργιος-Ελευθέριος Αλεπάκος
Συνταξιούχος Νομικός
Πηγές:
H οθωμανική ονομασία της περιοχής, όπου εγκαταστάθηκε, από την εταιρία των Ανατολικών Σιδηροδρόμων, ο πρώτος οικισμός που μετεξελίχθηκε στην σημερινή Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς ή Dedeagac ή Dedeaghadje ή Dedeagh ή Dédéagatch), πρέπει να προέρχεται από το δάσος των γηραιών δρυών που υπήρχαν στην περιοχή. Dedeagac στα τουρκικά σημαίνει κατά ακριβολογία «παπόδεντρο», όρο που χρησιμοποίησε και ο Ίων Δραγούμης όταν υπηρέτησε Πρόξενος στο Δεδέαγατς.
Ασχέτως του γεγονότος ότι στην ευρύτερη περιοχή υπήρξαν κατά το παρελθόν τεκέδες δερβίσηδων και όλη η περιοχή ήταν ιερή και η γη ανήκε σε βακούφι του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Βελή Χαν (Veli II Beyazit) δεν αποδεικνύεται ιστορικά η σύνδεση της ονομασίας με κάποιο Δερβίση παρά μόνο στη σφαίρα του θρύλου.
Είναι γνωστό ότι στην κατάκτηση της Θράκης από του Οθωμανούς συνετέλεσαν και οι δερβίσηδες του τάγματος των Μπεκτασήδων (Bektaşi) που ήταν για το Ισλάμ ότι οι Ναΐτες ιππότες για τη Δύση. Αυτοί καταλάμβαναν για τον Σουλτάνο χριστιανικές περιοχές και σε ανταμοιβή των υπηρεσιών τους έπαιρναν από το Σουλτάνο γη, όπου κατασκεύαζαν ξενώνα και συνέχιζαν τη μυστικιστική ζωή τους με αγροτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Απαραίτητη προϋπόθεση για να διατηρήσουν το βακούφι που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος ήταν να παρέχουν φροντίδα στους διερχόμενους. Ένα τέτοιο μοναστήρι (τεκές) υπήρχε πάνω στο λόφο των Λουτρών Τραϊανούπολης, όπου από τον Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Çelebi) το διάσημο αυτό Οθωμανό περιηγητή του 17ου αιώνα, που γύρω στα 1667 πέρασε από την περιοχή, μαθαίνουμε ότι βρήκε εκεί δερβίσηδες γυμνοπόδαρους που ζούσαν σαν ερημίτες. Επίσης υπήρχε και ο τεκές της Μάκρης.
Όπως όμως μας λέει ο Ευστράτιος Ζεγκίνης «Από τους τεκκέδες που είχαν ιδρυθεί στη Θράκη οι περισσότεροι έχουν καταστραφεί κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839). Ο σουλτάνος αυτός με φερμάνι που εξέδωσε το 1826 διέταξε την κατάργηση του Σώματος των Γενιτσάρων και ταυτόχρονα και την κατάργηση του μπεκτασικού τάγματος. Με βάση το διάταγμα αυτό δημεύτηκαν τα περιουσιακά στοιχεία των τεκκέδων, εκτοπίστηκαν πολλοί σεΐχηδες και σε πολλές περιπτώσεις κατεδαφίστηκαν ολοτελώς οι τεκέδες. Η ενέργεια αυτή του σουλτάνου Μαχμούτ έγινε αιτία να εξαφανισθούν ή να παραμεληθούν πολλοί τεκέδες των Μπεκτασήδων στο χώρο της Θράκης».
Ο Αχιλλέας Σαμοθράκης το 1897, υπό το ψευδώνυμο Σαρπηδών, μας λέει για τον υποτιθέμενο αυτό Δερβίση τα εξής: «Λέγεται ότι εις ο μέρος υψούται νυν ο φάρος υπό γηραιάν δρυν εμόναζεν Οθωμανός ερημίτης, εις ον οφείλεται και η ονομασία της πόλεως, δένδρον του ερημίτου. Δάσος μέγα εξετείνετο μέχρι της αξένου ακτής ενθα σήμερον η πόλις κρυσφήγετον διαβοήτου ληστείας, ης τα φοβερά άθλα διασώζονται ως απαίσια παράδοσις. Πόσον άγριος ήν ο τόπος. Μόνον ο ερημίτης ηδύνατο να κατοικήσει εκεί εντρυφών εν τη αγριότητι του τόπου και απολαύων της βροντοφώνου μουσικής των επι της ακτής θραυομένων λυσσαλέων του νώτου κυμάτων. Και μόνο η σκληρά δρυς περιφρονούσα πάντα ανθρώπινον φόβον ην η σιωπηλή σύντροφος του θεολήπτου αυτού ανθρώπου».
Ο Άγγελος Ποιμενίδης περιπλέκει λίγο τα πράγματα αναφορικά με το θρύλο του Ντεντέ: «Πολύ αφελείς επίσης είναι εκείνοι πού λένε ότι ο Ντεντές με το καντήλι που έκαιγε κάτω από μια βελανιδιά, πολύ το πρόφτασαν και το 1920 να καίει στην βελανιδιά πού βρισκόταν ακόμα μπροστά στο παραλιακό κέντρο "Κύπρος" - στην θέση του κινηματογράφου ΕΒΡΟΣ του κατεδαφίστηκε - ήταν ό κράχτης των οικιστών του Ντεντέ-Αγάτς. Ο Ντεντές ήταν ένας ερημίτης από τoυς πολλούς πού υπήρχαν τότε στους δύο Τεκέδες, της Μάκρης και του Λουτρού, για τους οποίους πολλά λέγει o περιηγητής Eβλιγιά Τσελεμπή. Διάλεξε τη ρωμαντική τότε τοποθεσία, πού κατέχει σήμερα η πόλις μας και πού, να προσθέσετε ακόμα, τότε είχε άφθονα νερά, όπως φαίνεται και στην τοποθεσία "Μάννα του Νερού". Αυτό το νερό, άλλωστε, που με άντληση θα διοχετεύεται στην πόλη, δεν είναι πολλά χρόνια πού το θυμούμαστε ότι έτρεχε σαν ποτάμι από φυσική πηγή. Τέτοιες πηγές πολλές θα είχε τότε όταν το λεκανοπέδιο μας ήταν απέραντο δάσος πού έφτανε ως τα κράσπεδα της θάλασσας.Ο Ντεντές αυτός του Τεκέ της Μάκρης ή των Λουτρών-Λίτζα, Φερών, Τραϊανουπόλεως όπως μπερδεμένα λέγονται - ίσως να ήταν σταλμένος από τον προϊστάμενο του αυτού για να βοηθεί τυχόν ναυαγούς γιατί ή θάλασσά μας εδω είναι πολύ άγρια και πολλά ναυάγια σημειώθηκαν και το φανάρι του γι' αυτόν το σκοπό το έκαιγε, για να οδηγούνται οι ναυαγοί κατά τις εωσφορικές νύχτες της μανιασμένης νοτιάς, προς αυτόν και απ' αυτόν ή άλλους βοηθούς του, πρός τούς Τεκέδες, πού ήταν ξενώνες φιλόξενοι των οδοιπόρων ή των καραβανιών, που απ΄εδω περνούσαν ακολουθώντας την Εγνατία οδό».
Τελευταία υποστηρίχθηκε η άποψη ότι λύθηκε το ζήτημα της προέλευσης της ονομασίας ότι δηλαδή τελικά οφείλεται στον Δερβίση που είναι θαμμένος στην παραλία στο ύψος περίπου του σημερινού Νομαρχείου βάσει φωτογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα που δήθεν δείχνει και τον τάφο αυτό. Πέραν του ότι δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία πράγματι τάφος ή κάποιο πηγάδι, η άποψη αυτή δεν μπορεί να αιτιολογήσει πως και δεν υπάρχει καμιά γραπτή μαρτυρία τόσο ελληνική, ή τουρκική ή ευρωπαϊκή που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη αυτού του τάφου.
Τον Αύγουστο του 1470 πέρασε από την περιοχή μας ο Ενετός Τζοβάν Μαρία Αντζολέλλο, αιχμάλωτος μαζί με άλλους ύστερα από την Άλωση της Χαλκίδας (τότε Νεγρεπόντε) ακολουθώντας τον στρατό του Μωάμεθ του Πορθητή, που επέστρεφε στην Κωνσταντινούπολη. Στο βιβλίο που έγραψε όταν μετά από πολλά χρόνια γύρισε στην πατρίδα του με τίτλο “Viaggio di Negroponte” αφηγείται την περίοδο της ζωής του δίπλα στον Πορθητή. Ερχόμενος λοιπόν από την Χαλκίδα, το στράτευμα όταν άφησε πίσω την πόλη της Κομοτηνής, και διασχίζοντας τον κάμπο, μπήκε στο Παπίκιον όρος. Αυτό το όρος, και ειδικά το τμήμα του που βρίσκεται μεταξύ Βήρας (σημερινές Φέρες) και Κομοτηνής, ονομαζόταν «Βουνά Θεού» και στα τουρκικά «Tanri Dagi», «Despot Dagi» ή «Tanri verdi» και στα βουλγαρικά «Despotska planina» λόγω του ότι υπήρξε από τον 11ο έως και τον 14ο αιώνα σημαντικό μοναστικό κέντρο. «Ο Αντζολέλλο», λέει ο Γ.Σ Βογιατζής, «φαίνεται ότι από όλα τα παραπάνω ονόματα προτίμησε ή άκουσε το πιο παραστατικό, δηλαδή το "Tanri verdi" (Το έδωσε ο Θεός), για να το μεταφράσει στη συνέχεια κατά τη συνήθειά του στα ιταλικά, αποδίδοντάς το ως "Ντέντιο", που προφανώς σημαίνει "Από το Θεό" (de Dio), εκτός κι αν το πρώτο συνθετικό "Ντε" το συσχετίσουμε με τη λατινική λέξη do (= δίνω, "έδωσε", τουρκ. "verdi"), φθάνοντας έτσι ακόμη πιο κοντά στην κατά λέξη μετάφραση του "Tanri verdi"». Αν και στο κείμενο δεν αναφέρεται ακριβής τοποθεσία που στρατοπέδευσε ο Μεχμέτ, ο Γ.Σ. Βογιατζής υποθέτει ότι τα οθωμανικά στρατεύματα θα πρέπει να στρατοπέδευσαν στην περιοχή της σημερινής Κίρκης, για να συνεχίσουν την επομένη το ταξίδι τους προς το Διδυμότειχο.
Εδώ βρισκόταν και το Σουλτανικό πάρκο που περιγράφει δύο αιώνες μετά στο δεκάτομο έργο, το «Seyahatname» (Βιβλίο των ταξιδίων) ο Εβλιγιά Τσελεμπή: «Πρόκειται για ένα τεράστιο δάσος που σκεπάζει μια ολόκληρη οροσειρά του Αίμου. Αγέλες από σαράντα χιλιάδες κέλητες, φοράδες και ατίθασα πουλάρια ξεχειμωνιάζουν στις πλαγιές του». Επίσης μας πληροφορεί ότι όλη η περιοχή ανήκε στον Καζά των Φερών από τον οποίο αποσπάσθηκε το “βοεβοδελίκ” της Μάκρης και ήταν Σουλτανικό Βακούφι του Βαγιαζήτ Βελή Χαν (Veli II Beyazit).
Στη Γεωγραφία του Μελετίου ήδη από το 1728 διαβάζουμε για την περιοχή: «Πέραν του Έβρου ποταμού είναι η Βερροία, κοινώς λεγόμενη Φέρε, είτα η Τραιανούπολις, περί ής είρηται. Μετά την Φέρε, απερνώντας τα όρη, άτινα υπό των πολλών “Θεού Βουνά” λέγονται, ευρίσκομεν κατά την λεωφόρον οδόν, Κωμόπολιν τινά, Σαψιά λεγομένην, εις την οποίαν κατασκευάζουσι την στυπτηρία, είτα κατά την αυτήν οδόν προς τον Νέσον ποταμόν. Οδεύοντες, την Κιμουρτζίνα, πόλιν μετρίαν».
Στις απαρχές της δημιουργίας της, επισκέφτηκε την πόλη μας o Adolf Werthner (18 July 1828 - 26 January 1906) δημοσιογράφος και ιδρυτής της αυστριακής εφημερίδας Neue Freie Presse ο οποίος δημοσίευσε σε συνέχειες το 1874 στην εφημερίδα του, με τον τίτλο «Θρακικοί Σιδηρόδρομοι» το ταξίδι του με το τραίνο στην καινούργια σιδηροδρομική γραμμή επισκεπτόμενος την Φιλιππούπολη, την Αδριανούπολη, το Δεδέαγατς και τέλος την Κωνσταντινούπολη. Γράφει λοιπόν για τα γύρω περίχωρα του Δεδέαγατς: «Στα ψηλώματα των βόρειων ακτών, κοντά στην μελλοντική πόλη, όπου τώρα εξαπλώνονται υπέροχα δάση, βρισκόταν ένας αρχαίος ελληνικός οικισμός, ίσως μια φορά κι έναν καιρό, ο Ίσμαρος, το φρούριο των Κικόνων, στο οποίο επιτέθηκε ο Οδυσσέας ή τα πιο ιστορικά Τέμπηρα. Εν πάση περιπτώσει, όπως υπονοεί το όνομά του, ένα ελληνικό μέρος που δεν υπάρχει πιά. Και πάλι πίσω στα ανατολικά, τοποθετημένα στις ανατολικές υπώρειες των οροσειρών, θα βρείτε τα ερείπια της Τραϊανούπολης. Αν κάποιος ψάξει στο δάσος, μπορεί κανείς να βρει ακόμα το οδόστρωμα και το πεζοδρόμιο του παλιού ρωμαϊκού δρόμου, της Egnatia, που εκείνη την εποχή, καθώς δημιουργήθηκε ο σιδηρόδρομος, κυριολεκτικά σχεδόν εξαφανίστηκε. Είναι ένα ξέφωτο σε αυτά τα δάση, σε απόσταση λίγα βήματα από αυτόν τον ρωμαϊκό δρόμο, ο νέος σιδηρόδρομος και η καταθλιπτική άθλια προηγούμενη διαδρομή της τουρκικής κυβέρνησης δίπλα-δίπλα».
Στα τέλη του 19ου αιώνα ήρθε στην πόλη μας ο Henry Fanshawe Tozer (1829-1916) Άγγλος συγγραφέας, καθηγητής και ταξιδευτής. Στο βιβλίο του που εξέδωσε στα 1890 με τίτλο: «ISLANDS OF THE AEGEAN» γράφει σχετικά: «Το χωριό του Dede-agatch είναι εξ ολοκλήρου ένα δημιούργημα της σιδηροδρομικής γραμμής, μέχρι να επιλεγεί το σημείο ως τερματικός σταθμός δεν υπήρχε ούτε ένα απλό σπίτι και έχει τον αδιάφορο χαρακτήρα όλων αυτών των τόπων της αιφνίδιας ανάπτυξης. Στο πίσω μέρος μια πεδιάδα, τρία περίπου μίλια σε πλάτος, φτάνει στους πρόποδες των βουνών, που είναι ένα παρακλάδι από το Despoto Dagh ή της Ροδόπης».
Η ονομασία λοιπόν της περιοχής μας που έδωσε το πρώτο όνομα στην πόλη μας δεν μπορεί να προέρχεται από κάποιο Δερβίση του οποίου ο τάφος όχι μόνο υπήρχε στο σημείο που ανεγέρθηκε ο πρώτος οικισμός του Δεδέαγατς αλλά συντηρούνταν κιόλας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα αν και ήδη από το 1826 έχουν απαγορευθεί και καταστραφεί οι τεκέδες των δερβίσηδων. Συνεπώς πιο πιθανή παραμένει η εξήγηση να προέρχεται η ονομασία από το δάσος των γηραιών δρυών ή ενδεχομένως από παραφθορά των λέξεων Despot Dagi Agatch, δηλαδή το Δάσος του Θεού ή Ιερό Δάσος.
Υ.Γ. Ο Αντώνης Τερζής στο βιβλίο του «Αλεξανδρούπολη: Ιστορικά ανάλεκτα» που εξέδωσε το 2004 έγραψε το εξής για την ίδρυση της πόλης μας: «Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μια πόλη Βαβέλ γεννήθηκε στον έρημο δρυότοπο των Ορφικών δρυάδων».
Γεώργιος-Ελευθέριος Αλεπάκος
Συνταξιούχος Νομικός
Πηγές:
- Γ.Σ. Βογιατζής, οι πληροφορίες του Ενετού Τζοβάν Μαρία Αντζολέλλο για τη Θράκη κατά το έτος 1470 και σημασία τους για τη γνώση της πρώιμης οθωμανοκρατίας στο Θρακικό χώρο, αντλήθηκε από τη ηλεκτρονική διεύθυνση: https://ojs.lib.uom.gr/index.php/ValkanikaSymmeikta/article/view/355/362.
- Θρακική επετηρίδα, ετήσιο δημοσίευμα της εν Αθήναις Θρακικής Αδελφότητος, έτος πρώτο 1897 Θρακικαί αναμνήσεις. - Εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινιδου 1897.
- Μελετίου Γεωγραφία Παλαιὰ καὶ Νέα Συλλεχθεῖσα ἐκ διαφόρων Συγγραφέων Παλαιῶν τε καὶ Νέων, καὶ ἐκ διαφόρων Ἐπιγραφῶν τῶν ἐν Λίθοις, καὶ εἰς κοινὴν Διάλεκτον ἐκτεθεῖσα, χάριν τῶν πολλῶν τοῦ ἡμετέρου Γένους. Πλείστοις δὲ σημειώμασιν ἐπαυξηθεῖσα μετὰ καί τινων Παραρτημάτων, καὶ Πέντε Γεωγραφικῶν Πινάκων, καὶ ἐπιδιορθωθεῖσα, ἐξεδόθη τὸ Δεύτερον ὑπὸ Ἀνθίμου Γαζῆ. Τοῦ Μηλιώτου. Τόμος, Γ΄. Ἐν Βενετίᾳ Τύποις Πάνου Θεοδοσίου τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων... 1807, αντλήθηκε από τη ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.mdz-nbn-resolving.de/urn/resolver.pl?urn=urn:nbn:de:bvb:12-bsb10429739-6
- Μελετίου Γεωγραφία παλαιά και νέα / Συλλεχθείσα εκ διαφόρων Συγγραφέων Παλαιών τε και Νέων, και εκ διαφόρων Επιγραφών των εν Λίθοις, και εις κοινήν Διάλεκτον εκτεθείσα, χάριν των πολλών του ημετέρου Γένους. Προσφωνηθείσα δε τω εντιμοτάτω και ευγενεστάτω Κυρίω Κυρίω Παναγιώτη Σαράφη Τανύν πρώτον εκδοθείσα τύποις, και μετ΄ επιμελείας διορθωθείσα.... Ἐνετίησι, παρὰ Νικολάῳ Γλυκεῖ ... 1728 https://books.google.gr/books?id=JrRfAAAAcAAJ&printsec=frontcover&hl=el#v=onepage&q&f=false
- Ιστορία της Θράκης Α. Ποιμενίδη 1952 (επιμέλεια - έκδοση Θ. Αποστολίδη, 1988).
- Η Δυτική Θράκη κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή,(Evliya Çelebi, 1668-1670), περιηγητή του XVII αιώνος. Μετάφραση Ι. Σπαθάρη, πτυχιούχου της Σχολής των Ανατολικών Γλωσσών και Φιλολογικών του Πανεπιστημίου της Πετρουπόλεως, θρακικά δ-ε.
- Ζεγκίνης Ευστράτιος (1985, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)), Ο Μπεκτατισμός στη Δυτ. Θράκη. Συμβολή στην ιστορία της διαδόσεως του μουσουλμανισμού στον ελλαδικό χώρο.
- Τζοβάν Μαρία Αντζολέλλο, Ένας Ενετός τον Ι5ον αιώνα στην αυλή του μεγάλου Τούρκου, μετάφραση - εισαγωγή Δ. Δεληολάνης, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1990-91.
- Φωτοαρχείο - Συλλογή: Γεωργίου-Ελευθερίου Αλεπάκου και Οθωμανικά Αρχεία.

















ΣΧΟΛΙΑ