Τοποθέτηση του Μενέλαου Μαλτέζου για τα διόδια της Εγνατίας Οδού και την κατάργηση απαλλαγής διοδίων για τοπικές επιχειρήσεις και μόνιμους κατοίκους.
Τις τελευταίες εβδομάδες επιχειρήσεις του Έβρου, επαγγελματίες, αγρότες, παραγωγοί και κάτοικοι βλέπουν ένα δικαίωμα που κατακτήθηκε μέσα από αγώνες της τοπικής κοινωνίας να περιορίζεται ή και να καταργείται στην πράξη.
Επαγγελματικά οχήματα που μέχρι σήμερα διέρχονταν χωρίς επιβάρυνση από τα διόδια της Εγνατίας Οδού καλούνται πλέον να πληρώνουν κανονικά διόδια. Επιχειρήσεις λαμβάνουν ειδοποιήσεις απενεργοποίησης των καρτών απαλλαγής τους, ενώ παραγωγοί και επαγγελματίες επιβαρύνονται καθημερινά με νέο κόστος μετακίνησης και μεταφοράς.
Πρόκειται για ένα ακόμη βάρος στις πλάτες των κατοίκων, των επαγγελματιών, των αγροτών και των επιχειρήσεων του Έβρου.
Ένα βάρος που αυξάνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, μειώνει την ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας και ενισχύει την απομόνωση μιας περιοχής που εδώ και χρόνια ζητά ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης.
Ακόμη πιο σοβαρό είναι ότι αμφισβητείται στην πράξη ένα θεσμοθετημένο δικαίωμα που αναγνώριζε τις ιδιαίτερες συνθήκες της ακριτικής Θράκης.
Αξίζει να θυμηθούμε πώς φτάσαμε εδώ.
Η εγκατάσταση διοδίων στην Εγνατία Οδό αποτέλεσε μνημονιακή υποχρέωση. Το 2017, όμως, οι έντονες αντιδράσεις κατοίκων, επαγγελματικών φορέων, επιμελητηρίων, αυτοδιοικητικών και της τοπικής κοινωνίας του Έβρου και της Ροδόπης βρήκαν ευήκοα ώτα στην τότε κυβέρνηση. Αναγνωρίστηκε ότι η Θράκη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για το κέντρο της χώρας.
Έτσι θεσμοθετήθηκαν απαλλαγές διοδίων για μόνιμους κατοίκους και τοπικές επιχειρήσεις των όμορων περιοχών ως αντισταθμιστικό μέτρο για:
✔ την παραμεθόρια θέση της περιοχής,
✔ την απουσία λειτουργικού σιδηροδρόμου και αξιόπιστου εναλλακτικού οδικού δικτύου,
✔ το αυξημένο μεταφορικό κόστος,
✔ τις μεγάλες αποστάσεις,
✔ τις δημογραφικές και αναπτυξιακές δυσκολίες της Θράκης.
Σήμερα, όμως, βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο.
Και σαν να μην έφθανε ο περιορισμός των απαλλαγών, οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις της Θράκης βρίσκονται αντιμέτωποι και με τη συνεχή αύξηση του κόστους διέλευσης. Η χρέωση διοδίων αυξήθηκε ήδη από 0,03 ευρώ ανά χιλιόμετρο σε 0,04 ευρώ ανά χιλιόμετρο, ενώ ο σχεδιασμός προβλέπει περαιτέρω αύξηση έως και τα 0,06 ευρώ ανά χιλιόμετρο. Αυτό σημαίνει ότι την ίδια στιγμή που περιορίζονται τα αντισταθμιστικά μέτρα για την παραμεθόριο, αυξάνεται διαρκώς και το κόστος μετακίνησης, μεταφοράς προϊόντων και επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Με άλλα λόγια, οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις της Θράκης χάνουν σταδιακά τις απαλλαγές που είχαν κατακτηθεί, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να πληρώνουν ολοένα ακριβότερα διόδια. Πρόκειται για μια διπλή επιβάρυνση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με κάθε έννοια περιφερειακής συνοχής και στήριξης της παραμεθορίου.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κατά την ολοκλήρωση της συμφωνίας για την Εγνατία Οδό βρέθηκε τρόπος να μειωθεί το οικονομικό τίμημα που θα κατέβαλλε ο παραχωρησιούχος. Από τα 1,496 δισεκατομμύρια ευρώ της αρχικής προσφοράς, το τελικό τίμημα διαμορφώθηκε περίπου στα 1,275 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή μειώθηκε κατά περίπου 220 εκατομμύρια ευρώ, επικαλούμενο τις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών και των επιτοκίων.
Για τον επενδυτή βρέθηκαν λύσεις.
Για τη διατήρηση των απαλλαγών των κατοίκων, των αγροτών, των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων της Θράκης δεν φαίνεται να υπήρξε η ίδια μέριμνα.
Ακόμη πιο ανησυχητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα αιτήματα των επιχειρήσεων.
Σε περιπτώσεις επαγγελματικών οχημάτων που επί χρόνια διέθεταν κάρτες απαλλαγής, η απάντηση περιορίζεται σε μία τυπική αναφορά ότι «δεν κατέστη δυνατή η έγκριση του αιτήματος» και ότι η κάρτα θα απενεργοποιηθεί.
Χωρίς να εξηγείται ποιος είναι ο λόγος.
Χωρίς να αναφέρεται ποια διάταξη άλλαξε.
Χωρίς να διευκρινίζεται γιατί ένα όχημα που μέχρι χθες ήταν δικαιούχο παύει ξαφνικά να θεωρείται δικαιούχο.
Το Επιμελητήριο Έβρου, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Ροδόπης, το 1ο Περιφερειακό Τμήμα Θράκης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, επαγγελματικοί φορείς και βουλευτές της περιοχής έχουν ήδη αναδείξει το πρόβλημα.
Μάλιστα, έχει κατατεθεί και σχετική κοινοβουλευτική ερώτηση στη Βουλή, η οποία μέχρι σήμερα παραμένει αναπάντητη.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει:
Ο Έβρος δεν ζητά προνόμια.
Ζητά να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Πολιτείας και να διατηρηθούν τα αντισταθμιστικά μέτρα που η ίδια θεσμοθέτησε για να αντιμετωπίσει τα αντικειμενικά μειονεκτήματα μιας ακριτικής περιοχής.
Όταν, όμως, κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης παραχώρησης βρέθηκε τρόπος να μειωθεί κατά περίπου 220 εκατομμύρια ευρώ το τίμημα που θα κατέβαλλε ο παραχωρησιούχος, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νέες οικονομικές συνθήκες και τα αυξημένα επιτόκια, αλλά δεν βρίσκεται αντίστοιχη λύση για να προστατευθούν οι κάτοικοι, οι αγρότες, οι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις της Θράκης, τότε ανακύπτει ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.
Διότι οι αριθμοί αποκαλύπτουν τις προτεραιότητες.
Για τον επενδυτή υπήρξε ευελιξία.
Για την ακριτική Θράκη φαίνεται να περισσεύει η αδιαφορία.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί ένα μέτρο που θεσπίστηκε για να μειώνει το κόστος ζωής, παραγωγής και μετακίνησης σε μια παραμεθόρια περιοχή αποδυναμώνεται ή καταργείται στην πράξη.
Η Θράκη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως Περιφέρεια δεύτερης ταχύτητας.
Δεν μπορεί να καλείται να πληρώνει διαρκώς το τίμημα της απόστασης, της υποβάθμισης των υποδομών και της εγκατάλειψης.
Η ανάπτυξη δεν κρίνεται μόνο από τις συμβάσεις που υπογράφονται ούτε από τα οικονομικά μεγέθη που ανακοινώνονται.
Κρίνεται από το αν οι πολιτικές αποφάσεις υπηρετούν τις τοπικές κοινωνίες ή τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.
Και σήμερα, δυστυχώς, οι κάτοικοι του Έβρου και της Θράκης έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται ότι η Πολιτεία ακούει πιο προσεκτικά τους μεγάλους επενδυτές απ’ ό,τι τους ίδιους τους πολίτες της.
Γιατί η Θράκη δεν ζητά ειδική μεταχείριση.
Ζητά ίση μεταχείριση.
Και όταν βρίσκονται λύσεις για τον παραχωρησιούχο αλλά όχι για τους κατοίκους, τους αγρότες, τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις της περιοχής, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό.
Είναι βαθιά πολιτικό.
Και η κυβέρνηση οφείλει να δώσει απαντήσεις.
Μενέλαος Μαλτέζος
Οικονομολόγος
πρώην Βουλευτής Έβρου
[post_ads]
Επαγγελματικά οχήματα που μέχρι σήμερα διέρχονταν χωρίς επιβάρυνση από τα διόδια της Εγνατίας Οδού καλούνται πλέον να πληρώνουν κανονικά διόδια. Επιχειρήσεις λαμβάνουν ειδοποιήσεις απενεργοποίησης των καρτών απαλλαγής τους, ενώ παραγωγοί και επαγγελματίες επιβαρύνονται καθημερινά με νέο κόστος μετακίνησης και μεταφοράς.
Πρόκειται για ένα ακόμη βάρος στις πλάτες των κατοίκων, των επαγγελματιών, των αγροτών και των επιχειρήσεων του Έβρου.
Ένα βάρος που αυξάνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, μειώνει την ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας και ενισχύει την απομόνωση μιας περιοχής που εδώ και χρόνια ζητά ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης.
Ακόμη πιο σοβαρό είναι ότι αμφισβητείται στην πράξη ένα θεσμοθετημένο δικαίωμα που αναγνώριζε τις ιδιαίτερες συνθήκες της ακριτικής Θράκης.
Αξίζει να θυμηθούμε πώς φτάσαμε εδώ.
Η εγκατάσταση διοδίων στην Εγνατία Οδό αποτέλεσε μνημονιακή υποχρέωση. Το 2017, όμως, οι έντονες αντιδράσεις κατοίκων, επαγγελματικών φορέων, επιμελητηρίων, αυτοδιοικητικών και της τοπικής κοινωνίας του Έβρου και της Ροδόπης βρήκαν ευήκοα ώτα στην τότε κυβέρνηση. Αναγνωρίστηκε ότι η Θράκη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για το κέντρο της χώρας.
Έτσι θεσμοθετήθηκαν απαλλαγές διοδίων για μόνιμους κατοίκους και τοπικές επιχειρήσεις των όμορων περιοχών ως αντισταθμιστικό μέτρο για:
✔ την παραμεθόρια θέση της περιοχής,
✔ την απουσία λειτουργικού σιδηροδρόμου και αξιόπιστου εναλλακτικού οδικού δικτύου,
✔ το αυξημένο μεταφορικό κόστος,
✔ τις μεγάλες αποστάσεις,
✔ τις δημογραφικές και αναπτυξιακές δυσκολίες της Θράκης.
Σήμερα, όμως, βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο.
Και σαν να μην έφθανε ο περιορισμός των απαλλαγών, οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις της Θράκης βρίσκονται αντιμέτωποι και με τη συνεχή αύξηση του κόστους διέλευσης. Η χρέωση διοδίων αυξήθηκε ήδη από 0,03 ευρώ ανά χιλιόμετρο σε 0,04 ευρώ ανά χιλιόμετρο, ενώ ο σχεδιασμός προβλέπει περαιτέρω αύξηση έως και τα 0,06 ευρώ ανά χιλιόμετρο. Αυτό σημαίνει ότι την ίδια στιγμή που περιορίζονται τα αντισταθμιστικά μέτρα για την παραμεθόριο, αυξάνεται διαρκώς και το κόστος μετακίνησης, μεταφοράς προϊόντων και επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Με άλλα λόγια, οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις της Θράκης χάνουν σταδιακά τις απαλλαγές που είχαν κατακτηθεί, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να πληρώνουν ολοένα ακριβότερα διόδια. Πρόκειται για μια διπλή επιβάρυνση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με κάθε έννοια περιφερειακής συνοχής και στήριξης της παραμεθορίου.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κατά την ολοκλήρωση της συμφωνίας για την Εγνατία Οδό βρέθηκε τρόπος να μειωθεί το οικονομικό τίμημα που θα κατέβαλλε ο παραχωρησιούχος. Από τα 1,496 δισεκατομμύρια ευρώ της αρχικής προσφοράς, το τελικό τίμημα διαμορφώθηκε περίπου στα 1,275 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή μειώθηκε κατά περίπου 220 εκατομμύρια ευρώ, επικαλούμενο τις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών και των επιτοκίων.
Για τον επενδυτή βρέθηκαν λύσεις.
Για τη διατήρηση των απαλλαγών των κατοίκων, των αγροτών, των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων της Θράκης δεν φαίνεται να υπήρξε η ίδια μέριμνα.
Ακόμη πιο ανησυχητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα αιτήματα των επιχειρήσεων.
Σε περιπτώσεις επαγγελματικών οχημάτων που επί χρόνια διέθεταν κάρτες απαλλαγής, η απάντηση περιορίζεται σε μία τυπική αναφορά ότι «δεν κατέστη δυνατή η έγκριση του αιτήματος» και ότι η κάρτα θα απενεργοποιηθεί.
Χωρίς να εξηγείται ποιος είναι ο λόγος.
Χωρίς να αναφέρεται ποια διάταξη άλλαξε.
Χωρίς να διευκρινίζεται γιατί ένα όχημα που μέχρι χθες ήταν δικαιούχο παύει ξαφνικά να θεωρείται δικαιούχο.
Το Επιμελητήριο Έβρου, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Ροδόπης, το 1ο Περιφερειακό Τμήμα Θράκης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, επαγγελματικοί φορείς και βουλευτές της περιοχής έχουν ήδη αναδείξει το πρόβλημα.
Μάλιστα, έχει κατατεθεί και σχετική κοινοβουλευτική ερώτηση στη Βουλή, η οποία μέχρι σήμερα παραμένει αναπάντητη.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει:
- Γιατί δεν διασφάλισε τις θεσμοθετημένες πρόνοιες υπέρ των κατοίκων και των επιχειρήσεων της Θράκης;
- Γιατί περιορίζεται στην πράξη ένα δικαίωμα που θεσπίστηκε ακριβώς για να στηρίξει μια ακριτική περιοχή;
- Ποιο είναι το μέλλον των απαλλαγών για τους κατοίκους, τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις του Έβρου και της Ροδόπης;
Ο Έβρος δεν ζητά προνόμια.
Ζητά να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Πολιτείας και να διατηρηθούν τα αντισταθμιστικά μέτρα που η ίδια θεσμοθέτησε για να αντιμετωπίσει τα αντικειμενικά μειονεκτήματα μιας ακριτικής περιοχής.
Όταν, όμως, κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης παραχώρησης βρέθηκε τρόπος να μειωθεί κατά περίπου 220 εκατομμύρια ευρώ το τίμημα που θα κατέβαλλε ο παραχωρησιούχος, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νέες οικονομικές συνθήκες και τα αυξημένα επιτόκια, αλλά δεν βρίσκεται αντίστοιχη λύση για να προστατευθούν οι κάτοικοι, οι αγρότες, οι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις της Θράκης, τότε ανακύπτει ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.
Διότι οι αριθμοί αποκαλύπτουν τις προτεραιότητες.
Για τον επενδυτή υπήρξε ευελιξία.
Για την ακριτική Θράκη φαίνεται να περισσεύει η αδιαφορία.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί ένα μέτρο που θεσπίστηκε για να μειώνει το κόστος ζωής, παραγωγής και μετακίνησης σε μια παραμεθόρια περιοχή αποδυναμώνεται ή καταργείται στην πράξη.
Η Θράκη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως Περιφέρεια δεύτερης ταχύτητας.
Δεν μπορεί να καλείται να πληρώνει διαρκώς το τίμημα της απόστασης, της υποβάθμισης των υποδομών και της εγκατάλειψης.
Η ανάπτυξη δεν κρίνεται μόνο από τις συμβάσεις που υπογράφονται ούτε από τα οικονομικά μεγέθη που ανακοινώνονται.
Κρίνεται από το αν οι πολιτικές αποφάσεις υπηρετούν τις τοπικές κοινωνίες ή τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.
Και σήμερα, δυστυχώς, οι κάτοικοι του Έβρου και της Θράκης έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται ότι η Πολιτεία ακούει πιο προσεκτικά τους μεγάλους επενδυτές απ’ ό,τι τους ίδιους τους πολίτες της.
Γιατί η Θράκη δεν ζητά ειδική μεταχείριση.
Ζητά ίση μεταχείριση.
Και όταν βρίσκονται λύσεις για τον παραχωρησιούχο αλλά όχι για τους κατοίκους, τους αγρότες, τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις της περιοχής, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό.
Είναι βαθιά πολιτικό.
Και η κυβέρνηση οφείλει να δώσει απαντήσεις.
Μενέλαος Μαλτέζος
Οικονομολόγος
πρώην Βουλευτής Έβρου
[post_ads]









ΣΧΟΛΙΑ